«Μη φοβάστε ρε, θα το πάρουμε!»

«Μη φοβάστε ρε, θα το πάρουμε!»

Ο Αντώνης Καλκαβούρας αποχαιρετά τον πιο «αφοσιωμένο» παίκτη της σύγχρονης εποχής στην Εθνική ομάδα, αραδιάζοντας σκόρπιες τις αναμνήσεις του από τις στιγμές που βίωσε καλύπτοντας την 17ετή θητεία του Νίκου Ζήση με το εθνόσημο στο στήθος. 

«Μη φοβάστε ρε, θα το πάρουμε!»

Από το καλοκαίρι του ’98, την πρώτη συγκέντρωση στο John’s της Γλυφάδας, τις προπονήσεις στο κλειστό «Μάκης Λιούγκας» και τις πρώτες εφηβικές βόλτες στις πολυσύχναστες καφετέριες της περιοχής, μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβριο στο «Stade Pierre Mauroy» της Λιλ. Ένα... τσιγάρο δρόμος, που λέει και η λαϊκή θυμοσοφία! Ο 15χρονος Νίκος με τα πάμπολλα όνειρα και τις μπασκετικές φιλοδοξίες του τότε και ο 3 φορές πρωταθλητής Ευρώπης και δευτεραθλητής κόσμου, ο οικογενειάρχης και πατέρας δύο παιδιών, Ζήσης του σήμερα, έχει δύο κοινά στοιχεία: Είναι αθεράπευτα «φανατικός οπαδός» της Εθνικής Ελλάδας και το αίμα που κυλάει στις φλέβες του, δεν είναι μόνο κόκκινο... Πρέπει να έχει και πορτοκαλί απόχρωση!

Κι αν αναρωτιέστε γιατί εγκαταλείπει την «επίσημη αγαπημένη», η απάντηση είναι απλή... Ο εύκολος τρόπος, άλλωστε, θα ήταν να δηλώσει παρών, να κάνει μία υποτυπώδη προετοιμασία 10 ημερών και να συμμετάσχει στην προσπάθεια του προολυμπιακού τουρνουά. Μία ενδεχόμενη πρόκριση, θα του έδινε το προνόμιο να τερματίσει ευδοκίμως την καριέρα του στην Εθνική ομάδα, ως αρχηγός, παίρνοντας μέρος, για 3η φορά στην μεγαλύτερη γιορτή του αθλητισμού. Ο 32χρονος γκαρντ της Μπάμπεργκ, όμως, διάλεξε το δύσκολο μονοπάτι... Τον δρόμο, που μόνο αυτός θα μπορούσε να διαλέξει... Γιατί αγαπάει δίχως όρους, έχει δώσει όλο του είναι, έχει χαρεί κι έχει πονέσει όσο τίποτε άλλο με την «γαλανόλευκη» φανέλα.

Και η απόφασή του δεν έχει να κάνει με την κατάθλιψη – που τα τέσσερα τελευταία χρόνια – έμαθε, αδιαλείπτως, να «νικά κάθε φθινόπωρο, αλλά με την επιθυμία του να δει την ομάδα να επιτυγχάνει με νέους πρωταγωνιστές! Παιδιά που «ξεπήδησαν», βλέποντας τους Ζήσηδες, τους Σπανούληδες, τους Διαμαντίδηδες, τους Παπαλουκάδες, τους Φώτσηδες και τους υπόλοιπους αυτής της γενιάς, να μεγαλουργούν. Ο Ζήσης ίσως να ήταν ο παίκτης, που λόγω χαρακτήρα και ιδιοσυγκρασίας, έπαιρνε πιο κατάκαρδα απ’ όλους τους διεθνείς, τις αποτυχίες του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος από το 2012 μέχρι και πέρυσι. Ίσως γιατί ήθελε την επιτυχία πιο πολύ κι από τους πιο παθιασμένους Έλληνες φιλάθλους.

Γι’ αυτό λοιπόν, στο δικό του ζύγι, η παρακαταθήκη, η έμπνευση για το μέλλον και η δημιουργία προτύπων, μοιάζουν να αποτελούν το καλύτερο αντίδοτο για την «θεραπεία» των προβλημάτων της Εθνικής και το ιδανικότερο εφόδιο στον δρόμο για την αναζήτηση της επόμενης επιτυχίας. Αυτή που ο ίδιος θα πανηγυρίσει ίσως ακόμη περισσότερο, απ’ όσο θα το ‘κανε όταν ήταν παίκτης. Γι’ αυτό έκρινε, ότι έφτασε η ώρα να κάνει χώρο στους νεότερους και δήλωσε ότι θα είναι περισσότερο από ευτυχής, αν η διάδοχη γενιά, ξεπεράσει την δική του σε επιτυχίες, κάνοντας πλουσιότερη την παράδοση και την ιστορία της «επίσημης αγαπημένης»!

Η πρώτη γνωριμία

Πρωτογνώρισα το Νίκο, τον Ιούλιο του 1999 στο ανατολικό αεροδρόμιο του Ελληνικού. Σχετικά νέος στο μπασκετικό ρεπορτάζ τότε, θυμάμαι ότι είχα εντυπωσιαστεί με την ωριμότητα και την ορθότητα του λόγου που άρθρωσε (δεν είχε κλείσει ακόμη τα 16 του), μιλώντας στα μικρόφωνα και τις κάμερες, ως αρχηγός και πρώτος σκόρερ (της διοργάνωσης) της «αργυρής» Εθνικής παίδων, επιστρέφοντας από το Ευρωμπάσκετ της Σλοβενίας. Έκτοτε, τα καλοκαίρια του, συνδέθηκαν με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα και η «φάση» ξενοδοχείο, κουβεντούλα στο δωμάτιο, προπονήσεις κι αποστολές στο εξωτερικό για τουρνουά ή διεθνείς διοργανώσεις, έγιναν οι ιδανικότερες διακοπές του! Δεν ήταν μόνο το κλίμα κατασκήνωσης, παρέα με παιδιά με τα οποία πέρναγε τα καλοκαίρια του, αλλά και τα ταξίδια σε όλον τον κόσμο. Εκπροσωπώντας την Ελλάδα, ο Ζήσης γύρισε σχεδόν όλη την υφήλιο. Μόνο στην Αυστραλία δεν έφτασε η αφεντιά του...

Από «rookie» στους Ολυμπιακούς, πρώτος σκόρερ στο Βελιγράδι!

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, ο Θεσσαλονικιός γκαρντ, έπαιζε περισσότερο σε θέση «2» και ήταν δεινός σκόρερ. Μαζί με τον «κολλητό» και μετέπειτα κουμπάρο του, Βασίλη Σπανούλη, αποτέλεσαν τις εκπλήξεις του Παναγιώτη Γιαννάκη στην 12άδα της Εθνικής ανδρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας (5η θέση), όπου και πήραν το «βάπτισμα του πυρός» σε μεγάλη διοργάνωση και ήταν ταπεινοί, δουλευταράδες και ντροπαλοί στο μέτρο του επιτρεπτού. Την αμέσως επόμενη χρονιά στο Βελιγράδι, ο Ζήσης αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ (μ.ο. 10,6π. & 2,1ασ.) της «χρυσής γενιάς» που έφτασε για δεύτερη φορά στην κορυφή της Ευρώπης. Πριν συνδέσει το όνομά του με την πάσα για το τρίποντο του Διαμαντίδη στον ημιτελικό με τη Γαλλία («βάλτο αγόρι μου!»), θυμάμαι καλά την επική εμφάνισή του (23π., 6ασ. & 2κλ. με 7/10 σουτ & 7/8 βολ.) στο νοκ-άουτ παιχνίδι με το Ισραήλ (67-61), για την πρόκριση στα προημιτελικά του Ευρωμπάσκετ. Η Ελλάδα προηγήθηκε με +16 (32-16) στο 22’, η ομάδα του Σβι Σερφ, όμως, πλησίασε στους 4 πόντους (45-41) πριν τελειώσει η 3η περίοδος και το παιχνίδι εξελίχθηκε σε «θρίλερ». Ο Νίκος όμως, πήρε όλες τις κρίσιμες επιθέσεις στο 4ο δεκάλεπτο και δεν θα ξεχάσω ποτέ, το ξέσπασμά του («μη φοβάστε ρε, θα τους πάρουμε!») κοιτώντας προς το μέρος μας (καθόμασταν στην δίπλα στην πλάγια γραμμή του γηπέδου), μετά από ένα παλικαρίσιο καλάθι με το οποίο, διαμόρφωσε το 55-48! Αυτό το ματς, έμελλε να ήταν το κορυφαίο με τη φανέλα με το νο6 στην πλάτη.

Το καραούλι στο νοσοκομείο της Χαμαμάτσου

Το Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας, δεν είχε αρχίσει τόσο καλά για το Νίκο, που στα δύο πρώτα ματς με Κατάρ και Λιθουανία, δεν είχε κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του. Στο τρίτο παιχνίδι, όμως, ήταν ο άνθρωπος που έβαλε το «κερασάκι στην τούρτα» της μεγάλης ανατροπής κόντρα στην Αυστραλία και με δικό του τρίποντο στην εκπνοή μετά από κλέψιμο του Παπαλουκά και πάσα του Διαμαντίδη, μας χάρισε τη 3η σερί νίκη στο τουρνουά. Δύο βράδια αργότερα, η μοίρα τον έφερε αντιμέτωπο με τον θανατηφόρο αγκώνα του Βαρετζάο, που με ένα δολοφονικό χτύπημα, του προκάλεσε τριπλό κάταγμα στο ζυγωματικό και τον έθεσε νοκ-άουτ από το υπόλοιπο της διοργάνωσης. Θυμάμαι ακόμη τις ατελείωτες ώρες που περάσαμε στους διαδρόμους του νοσοκομείου της ιαπωνικής κωμόπολης, για τις ανάγκες του ρεπορτάζ, όπου ήταν αδύνατον να συνεννοηθούμε με γιατρούς και νοσοκόμους και να μάθουμε νεότερα για την πορεία της υγείας του. Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης, είναι ότι ο Ιταλός διαιτητής Τσέρεμπουμ, που σφύριξε εκείνο το παιχνίδι με την Βραζιλία, εκτιμούσε πολύ τον Ζήση από το ιταλικό πρωτάθλημα (ήταν μέλος της Μπενετόν Τρεβίζο) και την επομένη, έχοντας δει πολλές φορές το replay της επίμαχης φάσης, χτύπαγε το κεφάλι του στον τοίχο, επειδή δεν αντιλήφθηκε την πρόθεση αλλά και την κίνηση του Βραζιλιάνου σημερινού παίκτη των Γκόλντεν Στέϊτ Γουόριορς.

Η πρώτη μεγάλη απογοήτευση και το τάβλι με τον V-Span!

Στο Ευρωμπάσκετ του 2007 στην Ισπανία, θυμάμαι τον Ζήση να μου εκφράζει την άκρατη επιθυμία της ομάδας, να κερδίσει τους οικοδεσπότες «φούριας ρόχας», που την προηγούμενη χρονιά μας είχαν στερήσει το χρυσό μετάλλιο στη Σαϊτάμα και είχαν εξελιχθεί σε κακό μας δαίμονα. Την επομένη της «θρυλικής» ανατροπής στον προημιτελικό με τη Σλοβενία, περπατήσαμε μαζί, από το προπονητήριο έως το ξενοδοχείο και ο Νίκος, πίστευε πολύ στη νίκη μας στον ημιτελικό με τους Ισπανούς. Λογάριαζε χωρίς τους διαιτητές, όμως... Το 2008 στο Πεκίνο, τον είχα δει να περιτριγυρίζει τις εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού χωριού, να πιάνει κουβέντες με το Νοβίτσκι και τον Κόμπι Μπράϊαντ και τη μοναδική φορά που επισκέφτηκα το κατάλυμα των Ελλήνων διεθνών, απόλαυσα μία συναρπαστική παρτίδα τάβλι κόντρα στον αδελφικό του φίλο και συγκάτοικο, Βασίλη Σπανούλη.

Το τελευταίο μετάλλιο

Στο Ευρωμπάσκετ του 2009 στην Πολωνία, άρχισε να ξεπροβάλει η ηγετική του φυσιογνωμία και να διαφαίνεται ότι θα γίνει ο επόμενος αρχηγός της Εθνικής ομάδας. Ήταν το alter ego του Σπανούλη σε όλο το τουρνουά και ήταν αυτός, που με τον τρόπο του και τον χαρακτήρα του, «ένωσε» μία εντελώς ανομοιογενή κι άπειρη ομάδα με πέντε «rookies» (Καϊμακόγλου, Καλαμπόκης, Καλάθης, Κουφός και Περπέρογλου) σε μεγάλη διοργάνωση και η οποία, έφτασε να κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο, στον μικρό τελικό κόντρα στη Σλοβενία. Η μεγαλύτερη συνεισφορά του, ήταν στον προημιτελικό με την Τουρκία, όπου με 8 πόντους στα τελευταία επτά λεπτά και συνολικά 14 ( με 7ρ.), συνέβαλε τα μέγιστα για τη μεγάλη νίκη (76-74)-πρόκριση στην παράταση. Τα σφηνάκια που ήπιαμε στο bar του ξενοδοχείου, μετά την άνοδο στο βάθρο και το μίνι-party που στήθηκε, δυστυχώς ήταν η τελευταία επιτυχία που γιόρτασε με τους συμπαίκτες του στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

H νέα εποχή της Εθνικής του Ζήση

Στην πενταετία που ακολούθησε, το τέλος εποχής, πρώτα του Παπαλουκά και εν συνεχεία του Διαμαντίδη, μετά τον αποκλεισμό στους “8” του Μουντομπάσκετ του 2010 (και πάλι από την Ισπανία), ο Νίκος βγήκε μπροστά ως ο νέος ηγέτης της Εθνικής ομάδας, δίπλα στον scorer και καλύτερο παίκτη της, τον Βασίλη Σπανούλη. Η απόδοσή του (μ.ο. 10,3π., 3,0ρ. & 2,2ασ.) στα γήπεδα της Τουρκίας, ήταν προπομπός για ό,τι θα επακολουθούσε στις επόμενες τέσσερις διοργανώσεις. Στο Ευρωμπάσκετ της Λιθουανίας (2011), όπου η Ελλάδα παρατάχθηκε με σύνθεση ανάγκης, για πρώτη φορά υπό το βλέμμα του πρωτότοκου γιου του, Αλέξανδρου, ήταν μαζί με τον Φώτση και τον Μπουρούση, οι θεματοφύλακες της ελληνικής μπασκετικής κληρονομιάς. Με τον “Kill Bill” απόντα, ο Ζήσης έκανε ματσάρες κόντρα στη Σλοβενία (19π. & 5ρ.), σφραγίζοντας την πρόκριση στα προημιτελικά και την Σερβία (18π. & 5ασ.), εξασφαλίζοντας την πρόκριση στο προολυμπιακό τουρνουά της Βενεζουέλας.

Το «βατερλό» του Καράκας και οι πρώτες σκέψεις αποχώρησης στη Λιουμπλιάνα

Η συμμετοχή στο τουρνουά που θα έκρινε τα τρία ολυμπιακά εισιτήρια για το Λονδίνο, ήταν γνωστό εξ' αρχής, ότι θα γινόταν χωρίς επαρκή προετοιμασία, καθώς οι παίκτες συγκεντρώθηκαν αμέσως μετά το τέλος της αγωνιστικής περιόδου και πήγαν να παίξουν, χωρίς να έχουν ξεκουραστεί και με ελάχιστες προπονήσεις στο ενεργητικό τους. Η «στραβή» στο αλησμόνητο ματς με τη Νιγηρία, αποτέλεσε την απαρχή μίας σειράς αποτυχημένων παρουσιών της Εθνικής ομάδας, για τις οποίες, μοιραία, το βάρος άρχισε να πέφτει στους πιο παλιούς. Το ίδιο συνέβη και στο Ευρωμπάσκετ της Σλοβενίας, όπου η Ελλάδα πήγε με μεγάλες αξιώσεις, αλλά λόγω και του τραυματισμού του Σπανούλη και της ήττας-σοκ από την Φινλανδία, βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και εν τέλει έμεινε εκτός τελικής οκτάδας! Και με τη βούλα αρχηγός, πλέον, ο Νίκος, ήταν ο πιο σταθερός παίκτης της ελληνικής ομάδας (μ.ο. 10,4π. & 4,2ασ.). Η αποτυχία τον στενοχώρησε τόσο πολύ, που μαζί με τους παλαιότερους, άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως έχει φτάσει η ώρα της αλλαγής και της προώθησης των νεότερων.

Το κλάμα της Μαδρίτης και το «βάπτισμα» του Αντετοκούνμπο

Η απουσία του Σπανούλη από το ρόστερ της ομάδας για το Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ισπανίας, η συνεργασία με τον παλαιό του γνώριμο από τη συνεργασία τους στην ΑΕΚ (κι αργότερα στην Μπιλμπάο), Φώτη Κατσικάρη, η πνευματική καθοδήγηση αλλά και ενσωμάτωση του «πρωτάρη» Γιάννη Αντετοκούνμπο, αλλά και κατά κύριο λόγο, η άρνηση του αποχαιρετισμού σε ενεργή ακόμη ηλικία και χωρίς μία τελευταία διάκριση, απομάκρυναν τις όποιες αρνητικές σκέψεις, που άλλωστε είχαν γίνει εν βρασμώ ψυχής – κι έτσι ο αρχηγός, ηγήθηκε της προσπάθειας του 2014 και του 2015. Το 5/5 στη Σεβίλλη και η αήττητη πρόκριση στη φάση των νοκ-άουτ, είχαν την υπογραφή και του Θεσσαλονικιού γκαρντ. Καλύτερος παίκτης (19π. & 3ασ.) στο πρώτο δύσκολο τεστ με το Πουέρτο-Ρίκο, δημιουργία για... Όσκαρ (10ασ.) στο ντέρμπι με την Κροατία και «κατάθεση ψυχής» (13π. & 5ασ.) στον τελικό για την πρωτιά με την Αργεντινή, με ολίγη από... τσαμπουκά, έτσι για να σπάσουν τα νεύρα των «γκαούτσος». Η απότομη προσγείωση από τους Σέρβους στην φάση των “16”, σε ένα ματς που όλοι πιστεύαμε ότι το «είχαμε» και ο νέος αποκλεισμός από την οκτάδα ενός μεγάλου τουρνουά, ήταν ο πλέον δυσκολοχώνευτος για τον βετεράνο άσο της Εθνικής. Τα «μαύρα δάκρυα» που έσταξαν εκείνο το βράδυ, ποτάμι, από τα μάτια του, ήταν μία ακόμη τρανή απόδειξη για το που ανήκει η καρδιά του. Η εικόνα του δακρυσμένου Ζήση να χαιρετάει τους «πελαργούς» έξω από το Παλάθιος ντε Ντεπόρτες, δεν ξεχνιέται από κανένα αυτόπτη μάρτυρα. Η στενοχώρια του μαχητή, ήταν η καλύτερη δυνατή προσλαμβάνουσα για το τι σημαίνει Εθνική Ελλάδας και είχε αποδέκτη 19χρονο τότε Γιάννη Αντετοκούνμπο, που κοιτούσε σαστισμένος και δεν πίστευε στα μάτια του.

Η συμβολική κίνηση του Μπουρούση

Οι καλές εμφανίσεις στα γήπεδα της Ισπανίας, το όμορφο μπάσκετ, η ταύτιση του κοινού με την προσπάθεια των διεθνών αλλά και η επιστροφή του Σπανούλη, δημιούργησαν προσδοκίες για κάτι καλό στο Ευρωμπάσκετ του 2015. Ο Νίκος έδωσε κι εκεί το παρών. Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα επανέλαβε το κατόρθωμα της Σεβίλλης και στο Ζάγκρεμπ (5/5), πέρασε και τον σκόπελο του πρώτου νοκ-άουτ κόντρα στο Βέλγιο, αλλά σκόνταψε και πάλι στον «κακό του δαίμονα», στο ματς που θα έβαζε την Ελλάδα στο κυνήγι των μεταλλίων και της διεκδίκησης του απευθείας ολυμπιακού εισιτηρίου. Κάπως έτσι, ένα μουντό φθινοπωρινό απόγευμα στη γαλλική πόλη Λιλ (17/09/2015), γράφτηκαν οι «τίτλοι» τέλους της «γαλανόλευκης» θητείας του Ζήση. Από σεβασμό στον αδελφικό του φίλο του, που αποχαιρέτησε επίσημα μετά το τέλος του αγώνα και όντας σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση μετά τον αγώνα κατάταξης με τη Λετονία (12π.), ο τελευταίος αρχηγός της Εθνικής, επέλεξε τη σιωπή. Έστω κι αν μέσα του ήξερε ότι είχε πάρει την απόφασή του. Η αγκαλιά (σε Σπανούλη και Ζήση) του συνομήλικου και συνοδοιπόρου του, όλα τα χρόνια, Γιάννη Μπουρούση, κατά την ανάκρουση του Εθνικού ύμνου ήταν ένας συμβολικός αποχαιρετισμός σε έναν μεγάλο συμπαίκτη, που για 17 ολόκληρα χρόνια απέδειξε περίτρανα πόσο «φανατικός» είναι με την «επίσημη αγαπημένη».

(Υ.Γ.): Νίκο, είμαι σίγουρος ότι ρεπορτάζ Εθνικής χωρίς Ζήση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δε γίνεται. Είτε ως σχολιαστής, είτε ως φίλαθλος, είτε αργότερα με ρόλο στην ομάδα, πιστεύω ότι θα είσαι συνεχώς δίπλα στην μεγάλη σου αγάπη. Θα φανεί σύντομα.   

Best of internet