Ο Ζησάκος που γεννήθηκε... μεγάλος!

Ο Ζησάκος που γεννήθηκε... μεγάλος!

Ο Νίκος Ζήσης αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αρχιστράτηγου από την Εθνική ομάδα και ο Βασίλης Σκουντής τον χαιρετά όπως του αρμόζει και βαράει τις προσήκουσες προσοχές μπροστά του! 

Ο Ζησάκος που γεννήθηκε... μεγάλος!

Ομολογώ πως του... Ζησάκου του έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία: τόσο ιδιαίτερη που έδωσα το όνομα του στον σκύλο μου, απλώς παρά την επιθυμία μου δεν κατάφερα ποτέ να γνωρίσω τον έναν στον άλλον!!!

Το ξέρει βεβαίως ο Νίκος πως ζω με έναν Ζήση στο σπίτι μου, του έχω δείξει μάλιστα και τη φωτογραφία του, απλώς δεν ξέρω τι μπορεί να καταλάβει ο σκύλος . Εδώ και δέκα χρόνια, πάντως, κάθε φορά που η τηλεόραση μεταδίδει έναν αγώνα στον οποίο παίζει ο Νίκος, κάνω το καθήκον μου: τον φωνάζω και του δείχνω αυτόν από τον οποίο πήρε το όνομα του!

Ο σκύλος είναι πια μεγαλούτσικος, όπως και ο Ζήσης: απλώς σε αντίθεση με τον οικόσιτο Ζήση που γεννήθηκε κουτάβι, ο κανονικός γεννήθηκε μεγάλος!

Αυτό πάλι δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αλλά το δανείζομαι από την (ad hoc, όπως το μαθαίναμε στα λατινικά) ατάκα του Δημήτρη Παπανικολάου: τον είχα καλεσμένο χθες στην εκπομπή «Pick N' Roll» του ΟΤΕ ΤV και όταν ανοίξαμε την κουβέντα για το αντίο του Ζήση στην Εθνική ομάδα (στην οποία υπήρξαν συμπαίκτες στο Ολυμπιακό Τουρνουά του 2004) και του ζήτησα να μου τον σκιαγραφήσει με μια πρόταση μου το διέπραξε...

«Κοίτα, ο Ζήσης γεννήθηκε μεγάλος»!

Ο «Παπέου» εννοούσε ότι ο Νίκος γεννήθηκε σαν να ήταν μεγάλος στο μυαλό, στη συμπεριφορά και στα συμπαρομαρτούντα τους και έχει απόλυτο δίκιο: από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στη σκηνή απέπνεε αυτή τη σοβαρότητα, την (πρόωρη και ίσως υπερβολική για την ηλικία του) ωριμότητα, τη μεστότητα στο λόγο και στις πράξεις του...

Γεννήθηκε μεγάλος, ώστε (κατά την περίοδο της συνεργασίας τους στην Μπενετόν Τρεβίζο) έδωσε το δικαίωμα στον Ντέηβιντ Μπλατ να πει πως «όταν μεγαλώσει ο γιος μου θα ήθελα να γίνει σαν τον Νίκο»!

Αγνοώ την εξέλιξη του γιου του Μπλατ, αλλά εάν όντως ο γιος του πρώην προπονητή των Καβαλιερς (μεγάλωσε και) έγινε σαν τον Ζήση, τιμή του και καμάρι του...

Ευδοκίμως τερματίσας όχι απλώς μια καριέρα, αλλά μια ολάκερη ζωή με το εθνόσημο, ο Ζήσης αφήνει πίσω του μια ανεκτίμητη κληρονομιά: ένα legacy, που περισσότερο από τις 273 παρουσίες του και τους 2.689 πόντους του σε όλη τη γκάμα των εθνικών ομάδων, την τέταρτη θέση στις συμμετοχές (με 189, πίσω από τον Δράκο, τον Πάνυ και τον Φάνη), τα επτά μετάλλια του σε μεγάλες διοργανώσεις, αφορά το modus vivendi και το modus lavorandi του. Κοινώς το πώς διαβίωσε και το πώς εργάσθηκε όλα αυτά τα 18 χρόνια για να γίνει αυτός που έγινε!

Η μάλλον-για να μείνω στο πνεύμα της ατάκας του Παπανικολάου- να γίνει πιο μεγάλος, απ' όσο μεγάλος γεννήθηκε!

Για τον Ζησάκο πρωτάκουσα τον Ιούλιο του 1999, όταν η Εθνική παίδων αγωνιζόταν στο Ευρωμπάσκετ του Τσέλιε (Σλοβενία) και ο τότε 16άχρονος γκαρντ της ΧΑΝΘ είχε τις τριαντάρες για πρωινό: έβαλε 30 με την Τουρκία, 33 με τη Γεωργία και στην κορύφωση της εκτελεστικής λίμπιντο του (sic) έριξε 38 στους Γιουγκοσλάβους, τους οποίους έκανε όχι μονάχα να αλαλιάσουν, αλλά και να κατεβάσουν από το ράφι τη σύνθετη άμυνα box and one (που εφάρμοζαν παλαιότερα οι προπονητές κόντρα στον Γκάλη) μπας και τον αναχαιτίσουν!

Σε εκείνο το ματς θρυλείται ότι εκτός από τους Σέρβους είχε τρελαθεί και ο πατέρας του, που τον αποθέωνε στην εξέδρα και τον έκανε να νιώθει τόσο άσχημα, ώστε σε ένα τάιμ άουτ έτρεξε και τον παρακάλεσε να σταματήσει, γιατί τον έκανε να νιώθει άβολα και άσχημα!

Την ίδια ολύμπια ψυχραιμία και ωριμότητα επέδειξε και στις 20 Σεπτεμβρίου του 2005 στο Βελιγράδι, όταν μεσούντος του καθοριστικού πρώτου μπαράζ στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου, (στο οποίο πέτυχε ατομικό ρεκόρ πόντων με την Εθνική ανδρών, 23) πλησίασε στους δημοσιογράφους που τρώγαμε τα νύχια μας από την αγωνία και μας καθησύχασε:

«Μην ανησυχείτε ρε παιδιά. Θα τους νικήσουμε. Χαλαρώστε»!

Εμείς δεν χαλαρώσαμε, ωστόσο ο Νίκος τήρησε την υπόσχεση του και τα υπόλοιπα είναι γνωστά: τέσσερα βράδια αργότερα... Ζήσης, επτά, έξι... πέντε, ποιος , ποιος, βάλ' το αγόρι μου, το 'βαλε, Γιοβάισα και δεν συμμαζεύεται!

Η πλάκα είναι ότι ο μεγάλος γιος του Ζήση, ο πεντάχρονος Αλέξανδρος έχει γεννηθεί (όχι όποια κι όποια μέρα), αλλά στις 14 Ιουνίου 2011, ανήμερα της 24ης επετείου από το αλησμόνητο βράδυ με τον Καμπούρη και με τον Γιοβάισα!

Τις μέρες του Ευρωμπάσκετ του 2005, είχα γράψει ένα κείμενο στο «Sportime», όπου τον αποκαλούσα «Το σοφό παιδί», θεωρώντας ότι του ταίριαζε απολύτως ο τίτλος του μυθιστορήματος του Χρήστου Χωμενίδη, ο οποίος μάλιστα το είχε γράψει όταν βρισκόταν στην τότε ηλικία του Νίκου!

Αυτό το σοφό παιδί που αναδείχθηκε από το λίκνον του ελληνικού μπάσκετ (ΧΑΝΘ) έμεινε στις επάλξεις και φύλαγε όχι απλώς σκοπιά, αλλά τις Θερμοπύλες της Εθνικής, ανελλιπώς από το 1998: το τονίζω, ανελλιπώς, διότι ο μπαγάσας δεν ζήτησε ποτέ άδεια, δεν καμώθηκε τον κουρασμένο, ήταν κιόλας (εκτός από άξιος) και τυχερός διότι δεν υπέστη κανέναν σοβαρό τραυματισμό και πέτυχε κάτι που μονάχα ο Παναγιώτης Γιαννάκης έχει καταφέρει...

Να μη λείψει από καμιά μα καμιά επίσημη διοργάνωση που διεξήχθη επί των ημερών του: τουτέστιν δέκα επτά στις δέκα επτά!

«Πέρα από όλα αυτά, το σπουδαιότερο είναι ότι με ήθελαν όλοι οι προπονητές, αλλιώς δεν θα ήμουν παρών» μου είπε χθες το βράδυ ο άνθρωπος που σε αντίθεση με τον τίτλο μιας ταινίας, ήταν πάντοτε εκεί!

Ήταν εκεί, απίκο, με τη σημαία στην πρώτη γραμμή του μετώπου, σε ένα μετερίζι στο οποίο τον άφησε ως άξιο διάδοχο του ο Γιαννάκης: ο ίδιος βεβαίως θεωρεί ιεροσυλία αυτή την αντιδιαστολή, απλώς την επικαλούμαι λόγω θέσης, αφοσίωσης στα εθνικά ιδανικά, απαράμιλλου σθένους και βεβαίως της φανέλας με το Νο 6!

Όντως τον ήθελαν όλοι οι προπονητές του, από τον πρώτο έως τον τελευταίο, και τούτο αποτελεί ένα μεγάλο παράσημο...

Ο πρώτος που τον ήθελε και τον κάλεσε στην εθνική παίδων ήταν ο Νίκος Κεραμεύς στις 17 Ιουλίου του 1998, στον αγώνα με την Ιταλία στο πλαίσιο του Τουρνουά της Μπρεστ (Γαλλία): στο ντεμπούτο του με το εθνόσημο, η ελληνική ομάδα νίκησε τους «ατζούρι» με 76-66 και ελόγου του σκοραρε 21 πόντους, με συμπαίκτες τον Ευτύχη Καλαϊτζάκη, τον Ανδρέα Τσακαλίδη, τον Παναγιώτη Τζανετάκο, τον Ευθύμη Γαλλή, τον Αντώνη Στανιτσόπουλο, τον Στέλιο Γκότση, τον Σωτήρη Σπύρο και τον Ανδρόνικο Γκιζόγιαννη.

Tρία χρόνια ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ο μικρός έγινε απότομα μεγάλος: ενώ αγωνιζόταν στην Εθνική Εφήβων, τον πήρε από το χέρι ο Γιάννης Ιωαννίδης και τον ανέβασε στο αεροπλάνο, με προορισμό το Βουκουρέστι, όπου η ελληνική ομάδα, στο πλαίσιο της προκριματικής φάσης του Ευρωμπάσκετ του 2003, θα αντιμετώπιζε τη Ρουμανία.

«Θυμάμαι πως από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε στο αεροπλάνο μου είχαν κοπεί τα πόδια και ένιωθα σοκ και δέος» μου εξομολογήθηκε χθες το μεσημέρι ο Νίκος, που τότε προσπάθησε να μοιρασθεί το άγχος του με τον έτερο πρωτόκλητο, τον συγκάτοικο του στο δωμάτιο, Αρτέμη Κούβαρη. «Ανήμερα του αγώνα μέχρι να πάμε στο γήπεδο καθόμουν σε μια γωνιά σαν φοβισμένο σπουργίτι και αναρωτιόμουν τι γυρεύω εγώ εδώ! Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι στα δέκα οκτώ μου, προερχόμενος από τη ΧΑΝΘ και μπουσουλώντας στην Α1 με την ΑΕΚ, θα βρισκόμουν στην ίδια ομάδα με τα ιερά τέρατα εκείνης της εποχής και από το πολύ άγχος κόντευα να σκάσω»!

Σε εκείνη την ομάδα που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι ο νεανίας από τη Θεσσαλονίκη είχε συμπαίκτες τον Φραγκίσκο Αλβέρτη, τον Λάζαρο Παπαδόπουλο, τον Ευθύμη Ρεντζιά, τον Κώστα Τσαρτσαρή, τον Νίκο Χατζηβρέττα, τον Δήμο Ντικούδη, τον Θοδωρή Παπαλουκά και τον Γιώργο Σιγάλα. Η Εθνική πέρασε ένα εύκολο απόγευμα, νικώντας τη Ρουμανία με 92-60 και περίπου τρία λεπτά πριν από τη λήξη, ο «Ξανθός» κοίταξε προς την εσχατιά του πάγκου, είδε τον συνεσταλμένο συμπατριώτη του  και του έδωσε το χρίσμα!

«Θα ήμουν ψεύτης εάν πω ότι εκείνη τη μέρα φανταζόμουν τι θα ακολουθούσε. Ακόμη και εκείνη τη στιγμή που μου φώναξε “μικρέ σήκω και μπες μέσα”, πάλι τσιμπιόμουν για να δω αν είναι αλήθεια ή αν ζω ένα όνειρο. Εξακολουθούσα να αναρωτιέμαι τι γυρεύω εκεί, αλλά κάποια στιγμή ξεπέρασα αυτό το τρακ κει έγινε ό,τι έγινε...»

Τι άλλο- ‘η μάλλον ποιον άλλον, θυμάται ο Ζήσης από εκείνη την παρθενική αποστολή με την Εθνική ομάδα ανδρών, που ο θεός τον αξίωσε να την καθοδηγήσει αργότερα ως αρχηγός; Τον Γιώργο Τσαλίκη!

Τότε ο φέρελπις τραγουδιστής μόλις είχε αποφασίσει να παρατήσει τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου και να κάνει εγχειρίσεις στις... ερωτοχτυπημένες καρδιές που κάθε βράδυ έκαναν λαϊκό προσκύνημα στο «Romeo»! Εκεί εμφανιζόταν μαζί με την Ελλη Κοκκίνου και το τραγούδι του «Με χαλάει» έγινε τέτοιο σουξέ μέσα σε χρόνο μηδέν, ώστε κάθε βράδυ  έπηζε η παραλιακή λεωφόρος από τον κόσμο που κατευθυνόταν προς τα εκεί...

Όταν έκλεισε το καλοκαιρινό «Romeo», ο Τσαλίκης πήγε μια βόλτα στο Βουκουρέστι για να δει τους παλιούς συμφοιτητές και τους φίλους του, ήταν παρών στον αγώνα της Εθνικής και το βράδυ ξεφάντωσαν όλοι μαζί στο ελληνικό κέντρο «Ολύμπια Παλάς», όπου πριν από τρία χρόνια, όντας ακόμη φοιτητής, από μια σύμπτωση είχε ανέβει για πρώτη φορά στην πίστα!

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το υπόβαθρο της γνωριμίας του με τον Ιωαννίδη, που μου το αποκάλυψε χθες και ενώ ο ίδιος (λογικό είναι να) το θυμάται, προφανώς ο «Ξανθός» το λησμόνησε από την πρώτη στιγμή...

Το καλοκαίρι του 1996, λοιπόν, ο Νίκος με τους γονείς του και με τον συχωρεμένο αδερφό του, τον Δάνη παραθέριζαν στο εξοχικό σπίτι μιας φιλικής οικογένειας τους, στη Σίβηρη της Κασσάνδρας, όπου ζει και βασιλεύει εδώ και πολλά χρόνια ο «Ξανθός»...

Εκείνες τις μέρες ο Ιωαννίδης, μετά την κατάκτηση του τίτλου με τον Ολυμπιακό, είχε πάρει το επεισοδιακό (πρώτο) διαζύγιο του με τον Σωκράτη Κόκκαλη και προσπαθούσε να ηρεμήσει παίζοντας το καθιερωμένο «μπουρλότο» στην παραλιακή ταβέρνα μαζί με τους φίλους του. Εκεί λοιπόν, ένας κοινός γνωστός πήρε από το χέρι τον Νίκο και τον παρουσίασε στον «Ξανθό», στολίζοντας τον με πολλά κομπλιμέντα...

«Γιάννη, αυτό το παιδί είναι 13 χρονών, παίζει στη ΧΑΝΘ και έχει πολύ ταλέντο. Θα γίνει καλός παίκτης» του έκανε τις απαραίτητες συστάσεις...

Η συνέχεια της διήγησης ανήκει στον ίδιο τον Νίκο: «Μου έδωσε το χέρι του και με το άλλο μου έπιασε από το στομάχι και παίρνοντας ένα πολύ αυστηρό ύφος μου είπε: «Δεν ξέρω εάν είσαι καλός και ταλαντούχος, αλλά, βρε αγόρι μου, τι... κοιλιά είναι αυτή που έχεις; Να γυμνάζεσαι εντατικά για να σου φύγει»! 

Best of internet