Το στιφάδο και μια θυμωμένη Ελλάδα!

Το Τορόντο φιλοξένησε το All Star Weekend του ΝΒΑ, αλλά ο Βασίλης Σκουντής προσπερνάει τα μπασκετικά δρώμενα και καταγράφει τον πόνο και την οργή του ελληναριού...

Το στιφάδο και μια θυμωμένη Ελλάδα!

Για να είμαι ειλικρινής, νιώθω άβολα και κυριευμένος από τις ενοχές, που δεν θα ανατρέξω στη νύχτα στην οποία ο Ζακ ΛαΒίν και ο Ααρον Γκόρντον τερμάτισαν οριστικώς και αμετακλήτως τον διαγωνισμό καρφωμάτων και καταχώνιασαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τη θεωρούμενη ως αξεπέραστη μονομαχία του Μάικλ Τζόρνταν με τον Ντομινίκ Γουίλκινς το 1988 στο Σικάγο...

Αβολα, ενοχικά, περίεργα και απροσδόκητα, διότι πάνω που λες ότι φεύγοντας για μια εβδομάδα από το σπίτι σου, θα ξελαμπικάρει το μυαλό σου και θα δραπετεύσεις για λίγο από τη δίνη της οικονομικής κρίσης και της περιρρέουσας γκρίνιας στη μητροπολιτική Ελλάδα, τρως στη μάπα κάτι πολύ χειρότερο: τον θυμό και τα ακατάσχετα μπινελίκια των Ελλήνων των διασποράς, που τους ακούς και βεβαιώνεσαι ότι νοιάζονται και πονάνε πιο πολύ την έρμη την πατρίδα απ’ όσο εμείς που ακόμη την κατοικούμε...

Στο περιθώριο του All Star Weekend, παρέα και με τον Παναγιώτη Γιαννάκη, περιφέρθηκα τρεις μέρες και σε διαφορετικές ώρες (πρωί, μεσημέρι και βράδυ) στη Danforth Street, τη μεγάλη ελληνική νησίδα στο Τορόντο. Εκεί, στη «γειτονιά των αγγέλων», όπως την έχει βαφτίσει ο πρόεδρος της από δεκαετιών ευάριθμης και ανθίζουσας ελληνικής κοινότητας, Αντώνης Αρτεμάκης, κάθε 28η Οκτωβρίου και κάθε 25η Μαρτίου γίνονται οι καθιερωμένες παρελάσεις , αλλά θαρρώ πως όλες τις υπόλοιπες μέρες γίνονται διαδηλώσεις από τους Ελληνες που βγάζουν στο δρόμο τους καημούς και τον πόνο τους!

Κάθε μέρα, ακόμα και χθες που δεν πλάκωσαν απλώς τα... μπιλοζέρια, όπως αποκαλούν οι Ελληνες μετανάστες τις θερμοκρασίες υπό του μηδενός, αλλά το θερμόμετρο κατέβηκε στους - 23 βαθμούς Κελσίου!

Τι συμπέρασμα έβγαλα λοιπόν; Απλούστατα ότι σε σχέση με την πίκρα, την απογοήτευση, τον θυμό, την οργή, την τσατίλα και τα μπινελίκια των Ελλήνων του Τορόντο, εμείς στεκόμαστε σαν Παναγίες!

Σαν αυτούς που περιγράφει ο Κώστας Βάρναλης: «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα»!

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν παριστάνω τον Σπάρτακο, ούτε έχω την πρόθεση να σηκώσω εκ του μακρόθεν κιόλας την παντιέρα της λαϊκής εξέγερσης. Απλώς, προσπαθώντας να αντιπαραβάλω τη δική μας στάση (ως ημεδαπών) με τη δική τους (ως ομογενών), νιώθω ότι δεν μας χωρίζει μονάχα ο Ατλαντικός -όπως δεδομένα συμβαίνει- αλλά ζούμε σε διαφορετικό Σύμπαν!

Τελικά, πρέπει να μας ψεκάζουν, δεν βρίσκω άλλη εξήγηση!

Στα σοβαρά τώρα: ο συσσωρευμένος θυμός των Ελλήνων ομογενών του Τορόντο αλλά (για να μην αδικώ και τους γείτονες τους) και του Ντιτρόιτ, απ’ όπου πέρασα για δυο μέρες, μου ΄ρθε τόσο μαζεμένος, ώστε δεν μπορώ ούτε να τον αποκρούσω, ούτε να τον αγνοήσω.

Όπου κι αν κυκλοφόρησα τα ίδια και χειρότερα! Σε καφετέριες, σε εστιατόρια, σε παντός είδους μαγαζιά, ακόμη και (στο λόγο της τιμής μου, δεν υπερβάλλω) στις εκκλησίες, ο πόνος των μεταναστών μοιάζει αθεράπευτος. Πριν από δυο ώρες που βρέθηκα στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, ένας γεροντάκος που έκλεισε εξήντα χρόνια στην ξενιτιά έβγαλε τέτοιο καημό και τόσο σιχτίρισμα ώστε για μια στιγμή φοβήθηκα ότι θα τον άκουγε από μέσα ο εφημέριος και θα τον αφόριζε, με συνοπτικές διαδικασίες! 

Συνάντησα πολλούς τέτοιους οργισμένους (συν)Ελληνες: νέους και γέρους, άντρες και γυναίκες, μεροκαματιάρηδες και αποκατεστημένους επαγγελματικά, ανθρώπους που λαχτάραγαν το νόστιμον ήμαρ στην πατρίδα και αντ’ αυτού κάθονται στ’ αυγά τους και άλλους που τα τελευταία χρόνια είδαν τη ζωή τους να εξαθλιώνεται και την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια για Τορόντο μεριά!

Έλα όμως που οι Καναδοί δεν είναι ηλίθιοι, ούτε δέχονται τόσο εύκολα, όσο εμείς, την κατασπατάληση του εθνικού πλούτου τους και την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των πολιτών τους. Γιατί το γράφω αυτό; Διότι πλέον ακόμη και εάν έχεις μπάρμπα στην Κορώνη, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες και οι εξονυχιστικοί έλεγχοι λειτουργούν τόσο αποτρεπτικά, που γυρίζεις πίσω με το ίδιο αεροπλάνο!

Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκουν πολλοί, που έφυγαν από την Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια, λόγω της κρίσης, αλλά η Γη της Επαγγελίας αποδείχθηκε αντικατοπτρισμός στην έρημο!  Η Καναδική πολιτεία έχει πλέον θεσπίσει τόσο αυστηρούς νόμους σε ό,τι αφορά την παροχή άδειας εργασίας και παραμονής, ώστε οι περισσότεροι απογοητεύονται, μαζεύουν τα μπογαλάκια τους και γυρίζουν πίσω με την ουρά στα σκέλια!

Για να μπορέσει κάποιος να έρθει και να εργασθεί εδώ κανονικά και με το νόμο θα πρέπει ο εργοδότης του να αποδείξει με όλα τα απαραίτητα τεκμήρια ότι κανείς Καναδός ή κανείς άλλος μόνιμος κάτοικος της χώρας δεν μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά!

Το μεσημέρι συζητούσα με έναν ιδιοκτήτη εστιατορίου, ο οποίος μου είπε ότι για να φέρει εδώ έναν ανιψιό του και να τον προσλάβει, κατέθεσε ενόρκως και με ένα σωρό πιστοποιητικά ότι είχε ένα προνόμιο που τον καθιστούσε μοναδικό: ήξερε, λέει, να φτιάχνει καλό στιφάδο!

Ενας παλιός φίλος μου πάλι, που μετακόμισε εδώ πριν από τέσσερα χρόνια και η σύζυγος του είναι γεννημένη στο Τορόντο, χρειάστηκε να συμπεριλάβει στον φάκελο της αίτησης του φωτογραφίες από την εξέλιξη του δεσμού τους, ακόμη και από τη γαμήλια τελετή και την δεξίωση!

Για ποιο λόγο συμβαίνουν όλα αυτά, τη στιγμή που μαίνεται κιόλας σε ολόκληρο τον κόσμο (και ειδικότερα στην Ελλάδα) ο πόλεμος για το προσφυγικό ζήτημα; Μα, απλούστατα, για να μην έρθει κανένας... κερατάς και «κλέψει» τη δουλειά ενός Καναδού πολίτη! 

Όσοι κατάφεραν να περάσουν από αυτές τις διαδικασίες και να μεταναστεύσουν λειτουργούν ως ένεση στο ελληνικό στοιχείο το οποίο αναζωπυρώνουν κυρίως σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, αλλά και τις παραδόσεις, που μετά από χρόνια αρχίζουν να φθίνουν...

Παρεμπιπτόντως, ταξίδεψα για πρώτη φορά στο Τορόντο το 1989 και μετά από 26 χρόνια –στην τέταρτη επίσκεψη μου- ξαναβρήκα πολλά ίδια στέκια, συμπεριλαμβανομένων της γωνιακής καφετέριας που είχε προκαλέσει ταραχή όταν λανσάρησε τον φραπέ και του υπόγειου μπουζουκτσίδικου!

Αρχής γενομένης από το 1592 όταν (θρυλείται ότι) έσκασε μύτη  σε αυτή τη γη ο Ιωάννης Φωκάς (που λεγόταν στην πραγματικότητα Απόστολος Βαλεριάνος) ως μέλος του ισπανικού στόλου, ο Καναδάς έγινε αγαπημένος και πολύ δημοφιλής προορισμός των Ελλήνων. Μόνο στην ευρύτερη περιοχή του Τορόντο, αυτή τη στιγμή ζουν περίπου 150.000 Έλληνες πρώτης, δεύτερης ή ακόμη και τρίτης γενιάς (που αποτελούν το ένα τρίτο των απανταχού της χώρας)  ενώ η Danforth Street στην οποία δεσπόζει η πλατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου (με το άγαλμα του Μακεδόνα στρατηλάτη) αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν αταλάντευτο φάρο του ελληνισμού.

Αυτός ο φάρος δεν τρεμοσβήνει, ίσα ίσα η λάμψη του αποτελεί έναν διαχρονικό φωτοδότη αγάπης, αφοσίωσης και νοσταλγίας για τη μαμά Ελλάδα. Αυτός είναι κιόλας ο λόγος που οι ομογενείς εμφανίζονται τόσο πολύ οργισμένοι και αγριεμένοι με τους «τα φαιά φορούντες» (με ή χωρίς γραβάτα) του ελληνικού κράτους: και με αυτούς και με τους πάσης φύσεως τροϊκανούς, αλλά και μ’ εμάς τους υπόλοιπους!

Προς Θεού, δεν σπέρνω ιδέες εθνικού διχασμού, αλλά κουβεντιάζοντας με πολύ κόσμο εδώ,  εισέπραξα ένα παράπονο που έχουν από την ευρύτερη μητροπολιτική Ελλάδα, όπως αυτή εκφράζεται και λειτουργεί...

Τι εννοώ; Για πολλά χρόνια, όταν ερχόντουσαν πίσω για διακοπές ή για να παλιννοστήσουν αντιμετώπιζαν τη λοιδορία, ακόμη και από τους συγγενείς τους: όπως έχει καταγραφεί και σε ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, είτε τους περίμεναν με ανοιχτές αγκαλιές μόνο και μόνο για να τους ξεκοκαλίσουν, είτε τους αποκαλούσαν «πιατάδες» (επειδή οι περισσότεροι μάζευαν το κομπόδεμα τους δουλεύοντας σε εστιατόρια) και τους κορόιδευαν ότι τάχα το βράδυ κοιμούνται φορώντας τα τσαρούχια τους!

Κάποιοι από αυτούς, μη αντέχοντας την ξενιτιά και θέλοντας να αφήσουν την τελευταία πνοή τους εκεί όπου γεννήθηκαν αποτόλμησαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, αλλά οι περισσότεροι απογοητεύθηκαν και έκαναν αναστροφή, ξαναγυρίζοντας στο Τορόντο.

Ο λόγος; Σοκαρίστηκα όταν τον άκουσα και τον μεταφέρω αυτολεξεί και χωρίς άλλο σχόλιο: «Καλύτερα να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια στην ξενιτιά, παρά να υποστούμε την τυμβωρυχία στην πατρίδα μας»!

Πολλοί θέλησαν να επενδύσουν τα λεφτά τους και να ζήσουν στην Ελλάδα, αλλά τζίφος! Η πατρίδα τους –απ’ ό,τι λένε- τους υποδέχθηκε έτοιμη τους κατασπαράξει και είτε λόγω της λογικής της αρπαχτής, είτε εξαιτίας του χαβαλέ, φοβήθηκαν και επέστρεψαν στο Τορόντο. 

Ενας από αυτούς που έφαγε την κρυάδα μου είπε το εξής: «Ζω τόσα χρόνια σε ένα οργανωμένο κράτος και σε μια συντεταγμένη πολιτεία που νοιάζεται για τους υπηκόους της και φροντίζει να τους διασφαλίζει με κάθε τρόπο. Ναι, οι Καναδοί είναι τυπολάτρες, αλλά προτιμώ αυτή τη λογική, παρά τον ελληνικό χαβαλέ και βαρέθηκα, βρε αδερφέ, όλον αυτόν τον τραγέλαφο της γραφειοκρατίας, της αναβλητικότητας, του «περάστε αύριο, γιατί κλείσαμε», του «νόμου με αναδρομική ισχύ» του «δε βαριέσαι» και του «δε γαμιέται»!

Μου είπε εν κατακλείδι και κάτι άλλο που με έκανε να νιώσω άσχημα, σχεδόν να ντραπώ...

«Φίλε μου, εδώ καλώς ή καλώς μάθαμε να είμαστε πολίτες»!

Best of internet