Ο «Ζούγκλας», η Αελλώ και το Κρεμλίνο! (pics)

O Bασίλης Σκουντής γράφει για τον Bασίλη Σακόπουλο που πήγε στον άλλο κόσμο και ο Αγιος Πέτρος τρέμει μήπως τον διώξει, όπως έκανε με τόσους και τόσους προπονητές του Σπόρτιγκ!

Ο «Ζούγκλας», η Αελλώ και το Κρεμλίνο! (pics)

Πάει κι ο «Ζούγκλας», όπως ο ίδιος είχε βαφτίσει τον εαυτό του. Η μάλλον ο «Ζού-γκλας»: χωρισμένη η λέξη σε δύο συλλαβές και πιο μακρόσυρτη από τη μονοσύλλαβη εκφορά της για να κάνει πιο πολύ ντόρο.

Αλλά, διάβολε, ο συχωρεμένος ο Σακόπουλος δεν είχε ανάγκη να γίνει ο ίδιος νονός του εαυτού του και να επιβάλει στην πιάτσα αυτό το «αλά Σαλιαρέλη» παρατσούκλι, διότι τον ντόρο του τον έκανε εκ προοιμίου και αυτή η φασαρία είναι που λείπει εδώ και χρόνια από τον Σπόρτιγκ, τον οποίο διακόνησε με ιερό πάθος, φανατισμό και εκείνη την ασύλληπτη τρέλα που τον διέκρινε..  

Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση διότι όντως ο Σπόρτιγκ αποτελεί για πολλούς λόγους ένα λίκνον του ελληνικού μπάσκετ και τολμώ να πω ότι πρέπει να αισθάνονται μακάριοι όσοι τον πρόλαβαν στις δόξες του και μπόρεσαν να μυηθούν στο κλέος του, να γνωρίσουν τους ιεροφάντες του και ως επιδόρπιο να γευθούν και το καλύτερο εκλέρ του κόσμου στο ζαχαροπλαστείο του Αργυρούδη που βρισκόταν στη γωνία της Ηλίας Ζερβού!

Την 1η Φεβρουαρίου του 2011 είχα γράψει εδώ ( http://www.gazzetta.gr/article/item/56888-ich-bin-ein-sportingner ) γι’ αυτή την ξεχωριστή αύρα του Σπόρτιγκ που θα διαπνέει την ελληνική μπασκετική φυλή και θα μνημονεύεται εις το διηνεκές, έστω και αν πλέον αποτελεί ένα ρομαντικό ρετρό...

Μέρος αυτής της νοσταλγίας είναι ο Σακόπουλος, που όπως οι περισσότεροι Σπορτιγκίτες ανήκε στην κατηγορία των «sui generis»: ήταν δηλαδή μια ξεχωριστή περίπτωση παράγοντος του μπάσκετ, αλλά πριν και περισσότερο από αυτό υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου και ρέκτη του αθλητισμού...

Γεννημένος το 1948 στην Αθήνα ο Βασίλης ήταν μοναχογιός και όποτε ξέφευγε από τον έλεγχο του πατέρα του, που είχε σπουδάσει χημικός, χανόταν με τους φίλους του στις αλάνες και ...πήδαγε τις μάντρες για να δει μπάσκετ. Απ’ ό,τι έλεγε ο ίδιος, το πρώτο ματς που είχε παρακολουθήσει στη ζωή του ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’50, στο ανοικτό γήπεδο (το κλειστό κατασκευάστηκε το 1971) ανάμεσα στον Σπόρτιγκ και στον Παναθηναϊκό και τότε λάτρεψε εκείνη την ομάδα η οποία έμελλε να εξελιχθεί στη ζωή του ολόκληρη.

Την επόμενη κιόλας μέρα, λέει, πήγε στο γήπεδο και στεκόταν πίσω από το καλάθι για να μαζεύει τις μπάλες και να τις δίνει στον Νικήτα Αλιμπράντη, στον Βαγγέλη Νικητόπουλο (με τους οποίους ξαναβρέθηκε μετά από χρόνια στις επάλξεις του συλλόγου), στο Νίκο Χαλά, στον Δημήτρη Σεντούκα, στον Κομνηνάκη, στον Ιωσήφ, στον Τασούλα και στους υπόλοιπους  παίκτες της ομάδας της σεζόν 1959-60, προτού εμφανιστούν ο Γιώργος Κολοκυθάς, ο Γιώργος Μπαρλάς και ο Παύλος Σταμέλος.

Με το χαρτζιλίκι που του έδινε ο πατέρας του, ο Σακόπουλος σταμάτησε να παίρνει κουλούρι για το σχολείο και το ξόδευε για να αγοράζει το «Φως των Σπορ» και την «Αθλητική Ηχώ» μέσω των οποίων μάθαινε τι συνέβαινε στον κόσμο και αγάπησε τις περίεργες ομάδες των οποίων ήταν υποστηρικτής...

Α, ναι, αυτή ήταν άλλη μια ιδιαιτερότητα του, διότι δεν βρίσκεις εύκολα άνθρωπο που να είναι οπαδός του Σπόρτιγκ, της Τορίνο, της Τσέλσι και του Εθνικού Πειραιώς!

Η Τσέλσι μπήκε στην καρδιά του το 1971 όταν νίκησε τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων στο Στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» και την παρακολουθούσε ανελλιπώς τα χρόνια που έμεινε στο Λονδίνο, σπουδάζοντας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Την Τορίνο την γούσταρε διότι τη θεωρούσε ομάδα της καταπιεσμένης εργατικής τάξης του Τορίνο, σε αντίθεση με την αριστοκράτισσα συμπολίτισσα της Γιουβέντους. Με τον Εθνικό δέχθηκε λόγω του γουότερ πόλο και των φίλων του από τον Πειραιά, όσο για τον Σπόρτιγκ, αυτός ήταν ο παράφορος έρωτας του...

Τόσο παράφορος ήταν αυτός ο έρωτας του που επί σειρά ετών έλεγε ψέματα στη γυναίκα του όταν την κοπάναγε από το σπίτι ή από το φαρμακείο που είχαν στο Κουκάκι. Της έλεγε ότι πηγαίνει στο σινεμά για να δει ένα φιλμ και για να γίνει πιστευτός στο δρόμο αγόραζε ένα εισιτήριο από τα εκδοτήρια του «Αελλώ» (που βρίσκεται επί της Πατησίων) και το έβαζε στην τσέπη του!

Οντας ακόμη στο Λονδίνο ο Βασίλης οργανώθηκε στις τάξεις του ΠΑΚ, ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, αργότερα φυλακίστηκε από τη Χούντα και δεν έκρυψε ποτέ του την κομμουνιστική ιδεολογία του, την οποία υπερασπιζόταν ακόμη και όταν αποχώρησε από το ΚΚΕ.

Κάποτε τον είχαν ρωτήσει τι ομάδα είναι ο γιος του, που μικρός είχε περάσει από τις ακαδημίες του Σπόρτιγκ και αργότερα βιντεοσκοπούσε τους αγώνες των ανδρών και των γυναικών. «Μου βγήκε Ολυμπιακός» απάντησε. «Ενιωσε την ανάγκη να είναι με τους πολλούς και όχι με τους λίγους και ξεχωριστούς όπως ο πατέρας του».

Ο Βασίλης ανακατεύθηκε για πρώτη φορά με τα διοικητικά του Σπόρτιγκ το 1984 και συνέδεσε το όνομα του με την εδραίωση της δυναστείας των γυναικών, αλλά και με μερικούς αλησμόνητους θριάμβους των ανδρών. Ολα αυτά τα χρόνια ήξερε να κάνει πολύ καλά τρία πράγματα: να κρατά τις απαραίτητες ισορροπίες, να βγάζει προέδρους και να διώχνει προπονητές!

Αυτό το τελευταίο του το προσήψαν ως κατηγορία τον Νοέμβριο του 1998, ο Τάκης Καλατζής και ο Γιώργος Τσεμπέρης που μάλιστα σε μια δήλωση τους τόνισαν ότι «αφού ο ένας του μυρίζει κι ο άλλος του βρομάει, τότε εκτός από τον έφορο, ας κάνει μαζί και τον προπονητή»!

Γράφοντας αυτό το κείμενο ανακαλώ στη μνήμη μου πολλές στιγμές στο γήπεδο του Σπόρτιγκ, που (δεδομένων των φρονημάτων του) αποτελούσε το δικό του Κρεμλίνο!

Στιγμές πανηγυρισμών, χειρονομιών, εξάρσεων, που μένουν όχι απλώς καταχωρημένες, αλλά ανεξίτηλα χαραγμένες στον σκληρό δίσκο της ιστορικής μνήμης, μάλιστα μια από δαύτες είναι επίκαιρη λόγω του σοκ και του δέους που προκάλεσε ο Φάρος Κερατσινίου με τη νίκη του επί του ΠΑΟΚ και την πρόκριση του στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος...

Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ο Αντρέας Πολέμης χαντάκωσε τον «Δικέφαλο του Βορρά» και συνέβη τριάντα χρόνια μετά την πρώτη, στο κάδρο της οποίας βρισκόταν με τη διοικητική ιδιότητα του και ο Σακόπουλος.

Αναφέρομαι στον αλησμόνητο αγώνα της 6ης Φεβρουαρίου του 1985 όταν ο Σπόρτιγκ νίκησε τον ΠΑΟΚ με 75-73 και του στέρησε κάθε ελπίδα να στεφθεί πρωταθλητής, καθώς τον υποχρέωσε στη δεύτερη ήττα του, ενώ ο Αρης προέλαυνε αήττητος και εντέλει κατέκτησε τον τίτλο.

Εκείνο το βράδυ ο Βαγγέλης Νικητόπουλος που είχε κληθεί εξ εφέδρων την προηγούμενη ημέρα έπαιξε επί σαράντα λεπτά με μια πεντάδα λεόντων (Ζακυνθινός 14, Σταμέλος 10, Πολέμης 9, Ζευγώλης 23, Χριστοδούλου 19), ενώ η άμυνα ζώνης ξεχαρβάλωσε τον ΠΑΟΚ του Γιόζιοπ Τζέρτζια (Αλεξανδρής 6, Φασούλας 7, Ζ. Κατσούλης 17, Πολίτης 11, Σταυρόπουλος 6, Σακελλαρίου 14, Μπακόπουλος 8, Μ. Κατσούλης 4)

Ο Σπόρτιγκ βρέθηκε εννέα πόντους πίσω στο 25ο λεπτό (40-49), αλλά αντεπιτέθηκε, προηγήθηκε με 60-53 και όλα κρίθηκαν στα τελευταία δευτερόλεπτα με το φάουλ που κέρδισε ο Αντρέας Πολέμης στα 19 δευτερόλεπτα. Με ολύμπια ψυχραιμία ο νυν προπονητής του Φάρου στήθηκε στη γραμμή για τις 1+1 βολές, ευστόχησε και στις δυο και έγραψε το 75-73, ενώ στη συνέχεια αστόχησε σε δυο βολές ο Ζαχαρίας Κατσούλης!

Αυτή ήταν η μία διάσταση της τριπλής ζημιάς που προκάλεσε ο Σπόρτιγκ στον ΠΑΟΚ, καθώς με το που ακούστηκε η κόρνα της λήξης ο μεν Νίκος Βεζυρτζής λιποθύμησε από το σοκ, ο δε Παναγιώτης Φασούλας ωρυόμενος προς τον διαιτητή Βασίλη Γάλλια ότι η γραμματεία «έφαγε» δυο δευτερόλεπτα κοπάνησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και έσκισε το φύλο αγώνος! 

Στο επόμενο κλικ αυτής της σκηνής, ο μεν ΠΑΟΚ θα τελούσε υπό το καθεστώς ομηρίας του Αρη, που πριν από μερικούς μήνες είχε χάσει τον τίτλο από τον Παναθηναϊκό στο μπαράζ της Κέρκυρας και μέσω Πατησίων στερέωσε την αυτοκρατορία του, ο δε Φασούλας θα τιμωρούνταν από την ΕΟΚ και θα έφευγε από την Ελλάδα για να παίξει στο Νορθ Καρολάινα Στέιτ και να αναζητήσει την τύχη του στο ΝΒΑ... 

Best of internet