Για να «ανατείλει ο ήλιος» θέλει δουλειά πολλή!

Ο Αντώνης Καλκαβούρας παρακολούθησε προσεκτικά το πιο δυνατό φιλικό ματς της Εθνικής ομάδας κόντρα στην Σερβία και χωρίς να ασχολείται με την βαριά ήττα, καταθέτει τα ερωτηματικά και τις «ανορθογραφίες» που προέκυψαν από την εμφάνιση των διεθνών.  

Για να «ανατείλει ο ήλιος» θέλει δουλειά πολλή!

Είναι από τις λίγες φορές που ψάχνω και η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι σφόδρα, να βρω κάποια θετικά από την εικόνα της «επίσημης αγαπημένης» στο πιο σοβαρό τεστ προετοιμασίας, 19 μέρες πριν τη πρεμιέρα του Πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος, στις 31 Αυγούστου στο Ελσίνκι, με αντίπαλο την Ισλανδία. Πολύ απλά, γιατί ήταν μία από τις χειρότερες εμφανίσεις της Εθνικής ομάδας την τελευταία επταετία και από την οποία προέκυψαν αρκετά ερωτηματικά, σχετικά με τον προσανατολισμό και τις δυνατότητες διάκρισης που έχει, σε μία διοργάνωση υψηλού επιπέδου.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η τελική διαφορά των 32 πόντων (93-61) και η βαριά ήττα σε συνδυασμό με την εξαιρετικά παθητική εικόνα των παικτών στο παρκέ της «Χάλα Αλεξάντερ Νίκολιτς», ενεργοποιεί ένα ηχηρό καμπανάκι, που ευχή όλων είναι να έχει ευεργετικές συνέπειες. Άλλωστε οι σχεδόν 2,5 εβδομάδες που απομένουν για το πρώτο επίσημο τζάμπολ στη Φινλανδία, είναι χρόνος που μπορεί να μας βοηθήσει να διορθώσουμε τα πολλά κακώς κείμενα και να αξιοποιήσουμε τα πλεονεκτήματά μας. Γιατί πιστέψτε με, έχουμε πολλά, αλλά όταν… no Giannis, no party!  

Πάμε, λοιπόν, να συνοψίσουμε τι είδαμε στο τέταρτο φιλικό παιχνίδι της Εθνικής ομάδας, απέναντι σε μία ομάδα που είναι η χάλκινη ολυμπιονίκης του Ρίο (2016) και η δευτεραθλήτρια κόσμου (2014), ωστόσο, παρατάχθηκε χωρίς τους δύο σημαντικότερους point-guards (Τεόντοσιτς και Μάρκοβιτς) και τον Ραντούλιτσα, αλλά προετοιμάζεται για το Eurobasket (31/08-17/09), με πέντε απουσίες πρώτης γραμμής (Γιόκιτς, Μπιέλιτσα, Μιλουτίνοφ, Νέντοβιτς και Σιμόνοβιτς).

Αν εξαιρέσουμε ένα σερί 10-3 από το 21ο έως το 24ο λεπτό, με το οποίο μαζέψαμε την διαφορά στους 21 (!!) πόντους (53-32), στο υπόλοιπο μέρος του αγώνα, το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα παρουσιάστηκε αγνώριστο με πολύ σοβαρές αδυναμίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα δέχτηκε για πλάκα 90+ πόντους και μετά βίας πέρασε τους 60, επέδειξε μεγάλη επιμονή στο τρίποντο (8/30), επιχειρώντας 6 περισσότερα από τις συνολικές προσπάθειες για δίποντο (11/24), ενώ μάζεψε μόλις 16 ριμπάουντ (έναντι 31) και είχε αρνητικό πρόσημο στην αναλογία ασίστ/λαθών (12/15)!

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρώτο ημίχρονο, η ομάδα του Κώστα Μίσσα, δέχτηκε ένα σερί 0-19 κι έφτασε να χάνει ακόμη και με 27 πόντους (43-16 στο 15’46”), στην 2η περίοδο πέτυχε το πρώτο καλάθι εντός πεδιάς μετά από σχεδόν 6,5 λεπτά, ενώ στο δεύτερο ημίχρονο, η διαφορά άγγιξε τους 40 πόντους (93-55 στο 38’). Μετά από τους παραπάνω αριθμούς, δεν μπορεί να γίνει σοβαρή κριτική, αλλά σίγουρα βγαίνουν κάποια συμπεράσματα, όσον αφορά στις αδυναμίες μας και τα περιθώρια βελτίωσής τους.

Πάμε στα πιο σοβαρά τώρα… Από το ξεκίνημα του αγώνα, φάνηκε το ξεκάθαρο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στην άμυνα πάνω στο pick’n’roll. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το 9-4 του 5ου λεπτού, είχε διαμορφωθεί μετά από τέσσερις τελικές πάσες του Μπογκντάνοβιτς, που είτε εκμεταλλεύτηκε το κόψιμο του ψηλού, είτε έστειλε την μπάλα στην αδύναμη πλευρά για ελεύθερο σουτ. Οι αργές αντιδράσεις διορθώνονται με πιο αθλητικά σχήματα στα οποία θα συνυπάρχουν οι αδερφοί Αντετοκούνμπο, ωστόσο η σωστή αλληλοκάλυψη στα μαρκαρίσματα, που δεν υπήρχε, είναι θέμα συνεννόησης και διάθεσης, που επίσης έλλειψε. Συν τοις άλλοις, χάθηκαν πάρα πολλά ριμπάουντ κι αυτό είναι ένας τομέας, που θα μας πονέσει πολύ απέναντι σε αθλητικούς αντιπάλους, αλλά κι αυτή η υστέρηση αντιμετωπίζεται με συλλογική προσπάθεια.

Στην επίθεση, είμαστε πολύ στατικοί, με σχεδόν καθόλου αποστάσεις, έλλειψη κινητικότητας και κακή κυκλοφορία, ενώ ενδεικτικό είναι ότι σε τρεις συνεχόμενες επιθέσεις, δεν περάσαμε τα ¾ του γηπέδου! Το πιο σημαντικό κομμάτι στο οποίο αποτύχαμε και οφείλεται εν πολλοίς και στην μεγάλη ολιγωρία στα ριμπάουντ και την άμυνα, ήταν ότι δεν μπορέσαμε να τρέξουμε στο ανοιχτό γήπεδο και να πετύχουμε εύκολα καλάθια, για να αλλάξουμε το ρυθμό του παιχνιδιού και να βρούμε αυτοπεποίθηση στην εκτέλεση.

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι φανήκαμε μία, δύο και κάποιες φορές ακόμη και τρεις ταχύτητες πίσω από τους Σέρβους, που έβγαλαν τρομερούς (για την εποχή) αυτοματισμούς (29 ασίστ!) κι έδειξαν σοκαριστικά καλοί, με την υποσημείωση βέβαια ότι είχαν 10/13 τρίποντα (76,9%)! Κι όλα αυτά, επαναλαμβάνω, χωρίς τον παίκτη-ορχήστρα της επίθεσης, που ακούει στο όνομα Μίλος Τεόντοσιτς.

Έχουμε κι εμείς ελαφρυντικά βέβαια και το μόνο παρήγορο της βραδιάς, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται ήταν η απουσία του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Η παρουσία του στο παρκέ μας ανεβάζει επίπεδα τόσο στην άμυνα (κλέψιμο, κόψιμο και ριμπάουντ), όσο και στην επίθεση, επειδή αναγκάζει τον αντίπαλο προπονητή, να του στείλει δεύτερο και τρίτο παίκτη, ανοίγοντας τους χώρους για τους υπόλοιπους και φυσικά, αυξάνοντας την παραγωγικότητα της ελληνικής ομάδας στο transition.

Αλήθεια, όμως, τι γίνεται με τον Γιάννη; Οι ενοχλήσεις του στο γόνατο τον άφησαν εκτός στα τρία από τα πρώτα τέσσερα τεστ προετοιμασίας και η χορηγική του υποχρέωση στην Κίνα, θα θέσει νοκ-άουτ από τους δύο αγώνες του Λονδίνου με την Μεγάλη Βρετανία. Κατά συνέπεια, η Εθνική θα παραταχθεί στο τουρνουά «Ακρόπολις» (23-25/08) με τον καλύτερό της παίκτη να έχει αγωνιστεί σε μόλις 1 από τα 6 φιλικά παιχνίδια (μέχρι εκείνη τη στιγμή), με ορατό τον κίνδυνο (ελπίζοντας ότι ο ερεθισμός στην επιγονατίδα θα υποχωρήσει κάποια στιγμή), μία εβδομάδα πριν το Eurobasket, να ψάχνει ακόμη να βρει την «χημεία» της και τα σχήματα που της ταιριάζουν περισσότερο.

Κοινώς, δύσβατος ο δρόμος της διάκρισης, αλλά όχι και αδιαπέραστος! Ένα θετικό στοιχείο που μου ‘ρχεται έτσι στα γρήγορα, είναι ότι με τόσα διαφορετικά σχήματα σε άμυνα κι επίθεση και με τον «Greek Freak» να χρησιμοποιείται από το “2” εως και το ”5”, παίζει να είμαστε η πιο δυσκολοδιάβαστη ομάδα στο scouting…

Best of internet