Τα ξενοδοχεία προσλαμβάνουν προπονητές ποδοσφαίρου και η Ελλάδα κοιτάζει ακόμη τα Ολυμπιακά Ακίνητα να σκουριάζουν

Τα ξενοδοχεία προσλαμβάνουν προπονητές ποδοσφαίρου και η Ελλάδα κοιτάζει ακόμη τα Ολυμπιακά Ακίνητα να σκουριάζουν

Ο Βασίλης Σαμπράκος ακούει τις ιστορίες για τα πολυτελή ξενοδοχεία σε Μύκονο και Κρήτη που προσλαμβάνουν προπονητές για να γυμνάσουν τους celebrities ποδοσφαιριστές – πελάτες τους και αναρωτιέται για πόσο ακόμη η Ελλάδα θα επιμένει να μη δημιουργεί αθλητικά τουριστικά brands για να αυξήσει το κομμάτι των αθλητικών τουριστών της.

Πολύ πρόσφατα βρέθηκα σε μια συζήτηση με έναν επαγγελματία της ψυχαγωγίας και του τουρισμού, ο οποίος δραστηριοποιείται και στη Μύκονο και γύρευε απαντήσεις στην ερώτηση σχετικά με το πώς και γιατί γίνονται κάθε χρόνο και περισσότεροι οι celebrities του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου που προτιμούν τα ελληνικά νησιά. Στο τέλος αυτής της κουβέντας ήμουν εγώ αυτός που πήρε περισσότερες απαντήσεις, και κυρίως πήρα την έκπληξη που μου προκάλεσε η ανακάλυψη ότι είναι περισσότερα του ενός τα πολυτελή ξενοδοχειακά συγκροτήματα που έχουν προσλάβει επαγγελματίες της φυσικής κατάστασης με εξειδίκευση στο ποδόσφαιρο, ακόμη και προπονητές προκειμένου να παρέχουν αυτή την υπηρεσία στους ποδοσφαιριστές – πελάτες τους.

Λίγες μέρες αργότερα, σε ένα καλοκαίρι που μου επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις σχετικά με την πρόοδο των ιδιωτών στην αναβάθμιση του αθλητικού τουρισμού, βρέθηκα να ακούω μια ιστορία για ένα εκ των ακριβότερων ξενοδοχείων της Ελούντας, το οποίο συνεργάζεται με την Αρσεναλ, η οποία έχει στήσει μια μπουτίκ σχολή εντός του ξενοδοχείου, και προσλαμβάνει με 6μηνο συμβόλαιο έναν προπονητή ποδοσφαίρου με ειδίκευση στην φυσική κατάσταση προκειμένου να ανταποκρίνεται σε εξειδικευμένα αιτήματα που υποβάλουν οι πελάτες του τον καιρό που προγραμματίζουν τις διακοπές τους. Αυτός ο – Αγγλος – νεαρός προπονητής είχε παραλάβει τις μετρήσεις του Ραχίμ Στέρλινγκ, του Αντριεν Ραμπιό (που ποζάρει στη φωτογραφία μαζί με τον νεαρό προπονητή που είναι πιστοποιημένος από την Αρσεναλ), του Αρντά Τουράν και άλλων διάσημων ποδοσφαιριστών που πέρασαν ή περνούν φέτος από το ξενοδοχείο, οι οποίοι υποβάλουν με ακρίβεια τα προγράμματα συντήρησης που επιθυμούν να ακολουθήσουν στο διάστημα της παραμονής τους, προσδιορίζουν τις ανάγκες τους σε τεχνολογική υποστήριξη και όργανα γυμναστικής και ζητούν έναν προπονητή για να τους προπονήσει. Στην Ελούντα βρέθηκε και ο Ζινεντίν Ζιντάν, ο οποίος επίσης δούλεψε στη φυσική του κατάσταση με τον προπονητή του ξενοδοχείου, πιστοποιώντας με έναν τρόπο την επαγγελματική επάρκειά του.

Αυτό το καλοκαίρι, όπως πολύ καλά έχουμε όλοι αντιληφθεί, η ησυχία του ελληνικού εδάφους και αυτή η ξεγνοιασιά που πηγάζει από τη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνουν θύματα ή μάρτυρες μιας τρομοκρατικής ενέργειας, έχει σπρώξει περισσότερους τουρίστες από πριν και, μαζί, περισσότερους celebrities από ποτέ. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι οι ιδιώτες, δηλαδή οι επιχειρηματίες του τουρισμού, δεν λειτουργούν με τη συνήθη παρωχημένη αντίληψη των προηγούμενων δεκαετιών, δηλαδή δεν μένουν στην “ήλιος, θάλασσα, αξιοθέατα” συνταγή και προσπαθούν επιτέλους να την εμπλουτίσουν και να την εκσυγχρονίσουν με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Προσπαθούν δηλαδή να επενδύσουν πάνω στο ρεύμα για να δημιουργήσουν την προοπτική να αυξήσουν τον τουρισμό τους και στον καιρό των κανονικών συνθηκών ώστε να μην περιμένουν, στο μέλλον, να βλέπουν αύξηση στην πελατεία μόνο λόγω των ειδικών συνθηκών που μπορεί να επικρατούν στον πλανήτη. Φυσικά όλο αυτό δεν γίνεται συντονισμένα και οργανωμένα, αφού δεν υπάρχει απολύτως κανένα σχέδιο που στοχεύει στην αύξηση του μεριδίου της Ελλάδας στον αθλητικό τουρισμό.

Πάνω σε αυτό είχα την χαρά να κάνω μια μεγάλη συζήτηση με τον πρωτοπόρο των ελληνικών επιχειρήσεων στον αθλητικό τουρισμό, ο οποίος εκτός από πρωτοπόρος είναι και ο ιδιοκτήτης του μοναδικού ταξιδιωτικού οργανισμού που προσφέρει πακέτα αθλητικού τουρισμού για την Ελλάδα σε ομάδες και μάζες. Ο Σπύρος Καραβούλης, ο διευθύνων σύμβουλος του SportCamp του Λουτρακίου, δημιούργησε πριν από χρόνια εξειδικευμένο γραφείο αθλητικού τουρισμού, το οποίο στη διάρκεια των τελευταίων ετών καταφέρνει να ανταποκριθεί σε πολύ απαιτητικά αιτήματα ομάδων, αθλητών και αθλητριών από όλο τον κόσμο, οι οποίοι αποφασίζουν να έρθουν στην Ελλάδα είτε για προετοιμασία, είτε για να συνδυάσουν την προπόνηση με τον τουρισμό και την αναψυχή. Κι αυτό το γραφείο είναι το μοναδικό στην Ελλάδα. Το μοναδικό.

Ο Καραβούλης έχει αρκετές φορές βρεθεί στη δύσκολη θέση να υποδέχεται ένα αίτημα από, για παράδειγμα, μια γερμανική ομάδα, η οποία κάνει την κράτηση περίπου έναν χρόνο πριν από την άφιξη της αποστολής της και ζητεί τη χρήση προπονητικών εγκαταστάσεων σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες. Αν πρόκειται για μια ιδιωτική εγκατάσταση, όλα καλά. Τι γίνεται όμως όταν το αίτημα περιλαμβάνει τη χρήση μιας δημόσιας ή δημοτικής εγκατάστασης, δηλαδή την ενοικίαση ενός γηπέδου, σταδίου, κολυμβητηρίου κλπ για τις ανάγκες μιας προπόνησης ή ενός αγώνα;

Είναι δεδομένο ότι η Ελλάδα στον τομέα των ιδιωτικών αθλητικών επιχειρήσεων υστερεί πολύ σε υποδομές έναντι των ισπανικών, των ιταλικών, των τουρκικών και γι' αυτό, για παράδειγμα, δεν καταφέρνει ποτέ να προσελκύσει ποδοσφαιρικές ομάδες για την χειμερινή προετοιμασία τους. Οι μεσαίες γερμανικές ομάδες, για παράδειγμα, πηγαίνουν στην Ισπανία όχι επειδή την βρίσκουν φθηνότερη ή πιο θερμή, αλλά επειδή βρίσκουν διαθέσιμες προπονητικές εγκαταστάσεις για την προετοιμασία τους και ένα δίκτυο πρακτόρων που είναι έτοιμοι να διοργανώσουν φιλικά παιχνίδια με τοπικές ομάδες. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα από τα δύο. Και μέχρι να προκύψει, οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ποντάρουν στον ποδοσφαιρικό τουρισμό που μετακινείται στους χειμερινούς μήνες αναζητώντας θερμά κλίματα για προετοιμασία κατά τη διακοπή του πρωταθλήματος.

Θεωρητικώς, αυτό, δηλαδή ο χειμερινός ποδοσφαιρικός τουρισμός, θα μπορούσε να είναι ένα από τα τουριστικά αθλητικά brands που θα μπορούσε να δημιουργήσει η Ελλάδα ακολουθώντας το τόσο επιτυχημένο παράδειγμα του Μαραθωνίου της Αθήνας. Κι είναι τόσα άλλα τα αθλητικά τουριστικά brands που θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει η Ελλάδα, ειδικά για τα θαλάσσια σπορ και τα σπορ της άμμου, όπως και για κάθε ένα από τα υπόλοιπα σπορ των οποίων η ειδική φύση είναι συμβατή με την ελληνική, που θα μπορούσα να γεμίσω πολλές παραγράφους. Ποιος όμως να τα δημιουργήσει όλα αυτά τα brands; Ποιος έχει μπει σε αυτή τη διαδικασία, να εκπονήσει ένα επιχειρηματικό σχέδιο με ρεαλιστικές παραδοχές και μακροπρόθεσμους στόχους προκειμένου να φέρει στην Ελλάδα μεγαλύτερο μερίδιο από τις περίπου 250 εκατομμύρια αφίξεις ανά τον κόσμο ετησίως για ενεργητικό αθλητικό τουρισμό; Ο Καραβούλης, που συμπληρώνει 2,5 δεκαετίες δραστηριοποίησης στον αθλητικό τουρισμό δεν είδε ποτέ κανέναν, δηλαδή καμιά κυβέρνηση, ποτέ.

Ως διοργανωτής αθλητικών διοργανώσεων, ο Σπύρος Καραβούλης έχει βρεθεί πολλές φορές στη θέση να προσπαθεί να νοικιάσει κάποια από τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις για την διεξαγωγή αγώνων που φέρνουν τη συμμετοχή, και συνεπώς την άφιξη στην Ελλάδα, χιλιάδων αθλητών και συνοδών. Ποια είναι η εμπειρία του; Αυτή που φαντάζεσαι. Χωρίς λόγια.

Δεν χρειάζεται να έχεις εντρυφήσει στην μελέτη των βημάτων που έχει κάνει ή κάνει η Ελλάδα στον αθλητικό τουρισμό για να φτάσεις στο συμπέρασμα ότι σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης άφησε να περάσει εντελώς ανεκμετάλλευτη η διαφήμιση των “Αθήνα 2004” Ολυμπιακών Αγώνων. Η Ελλάδα έχει πετύχει το – ιστορικά – αμίμητο, να κάνει πανάκριβους αγώνες, που την χρέωσαν, και να μην καταφέρει ούτε το ελάχιστο, δηλαδή να εκμεταλλευτεί το τουριστικό ρεύμα που αυτοί δημιούργησαν στην κοινωνία των ανθρώπων που αθλούνται. Δεν έχει όμως νόημα αυτή η συζήτηση και η εμβάθυνση πάνω σε αυτό. Σημασία έχει η ανάγκη για την συντονισμένη δράση των ιδιωτών, δηλαδή των επιχειρηματιών. Το παράδειγμα του Μαραθωνίου είναι και σε αυτή την περίπτωση χαρακτηριστικό και θα έπρεπε να έχει ήδη βρει ιδιώτες μιμητές. Δεν ήταν το κράτος που οραματίστηκε αυτή την ανακαίνιση του Μαραθωνίου, ο οποίος είχε ξεπέσει στην μετά 2004 εποχή. Ηταν ένας ιδιώτης και μια αθλητική ομοσπονδία, ο ΣΕΓΑΣ. Δεν είναι το κράτος αυτό που θα οραματιστεί και – κυρίως αυτό – θα εργαστεί μεθοδικά για να δημιουργήσει νέα αθλητικά τουριστικά brands προς εκμετάλλευση. Μόνο οι ιδιώτες μπορούν. Και είναι βέβαιο ότι αν συντονιστούν θα πείσουν και θα “αναγκάσουν” το κράτος να τους ακολουθήσει, να τους υποστηρίξει. Το κακό είναι ότι και αυτοί μιμούνται το κράτος και δεν συντονίζονται, δεν συγκεντρώνονται, δεν χαρτογραφούνται, δεν ενώνονται για να δουλέψουν συγχρονισμένα σε ένα σχέδιο κοινού οράματος για να προσελκύσουν περισσότερο τουρισμό. Και μέχρι να το κάνουν, κερδισμένοι θα βγαίνουν και θα συνεχίζουν να βγαίνουν μόνο οι λίγοι, της ελίτ, όχι οι πολλοί.  

Best of internet