Οι Ιταλοί θάβουν το Calciopoli, οι Ελληνες συνεχίζουν να αναπνέουν την μπόχα του Koriopolis

Ο Βασίλης Σαμπράκος συγκρίνει την δημόσια συμπεριφορά της ιταλικής αγοράς του ποδοσφαίρου με αυτήν της ελληνικής, με αφορμή τα ματς των Γιουβέντους, Νάπολι και Ολυμπιακός - ΠΑΟΚ.

Οι Ιταλοί θάβουν το Calciopoli, οι Ελληνες συνεχίζουν να αναπνέουν την μπόχα του Koriopolis

Το απόγευμα της Κυριακής με βρήκε με δύο τηλεοπτικές οθόνες μπροστά μου για να βλέπω συγχρόνως το παιχνίδι της Νάπολι με την Κάρπι και αυτό της Φροζινόνε με την Γιουβέντους. Παραμονές του Γιουβέντους – Νάπολι του ερχόμενου Σαββάτου, το οποίο αντιλαμβάνομαι ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παιχνίδια της σεζόν στην Ευρώπη και το περιμένω πώς και πώς, ήθελα να τσεκάρω τη φόρμα, να διακρίνω τον χαρακτήρα και το μέταλλο των δύο διεκδικητών του ιταλικού τίτλου σε μια στιγμή που έχουν για τα καλά φορτωθεί την πίεση του φαβορί και λειτουργούν υπό το βάρος των υψηλών προσδοκιών των οπαδών, που φτάνουν – ειδικά στη Νάπολι – στον παροξυσμό.

Ζορίστηκαν κι οι δυο. Η Γιούβε λαχτάρησε μέχρι το 73', που της έδωσε το προβάδισμα ο εξαιρετικός Κουαδράδο από την ασίστ του λαχείου με το ονοματεπώνυμο Αλεξ Σάντρο. Κι η Νάπολι περίμενε μέχρι το 69', όταν ο καυτός Ιγκουαϊν ευστόχησε στο πέναλτι. Η δουλειά που κάνω για τον ΟΤΕ TV ορίζει ότι πρέπει να παρακολουθώ, προκειμένου να αντιλαμβάνομαι στο μέγιστο δυνατό βαθμό από απόσταση, στενά την κουβέντα, όπως αυτή εξελίσσεται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ανάμεσα στα μέλη της ιταλικής κοινωνίας του ποδοσφαίρου. Και χάρη στο twitter μπορούσα να διαβάζω τα σχόλια των κορυφαίων Ιταλών αναλυτών του ποδοσφαίρου και τις παρατηρήσεις των Ιταλών συναδέλφων μου. Συνέβη και στα δύο αυτά παιχνίδια να αδικηθούν η Νάπολι και η Γιουβέντους σε στιγμές αυτών των αγώνων, την ώρα δηλαδή που καλπάζουν προς τον τερματισμό και έχουν πάνω τους στραμμένα τα βλέμματα του συνόλου της ιταλικής ποδοσφαιρικής κοινωνίας. Της Νάπολι ο διαιτητής της στέρησε ένα πέναλτι της κατηγορίας “βγάζει μάτι” και της ακύρωσε – με υπόδειξη του Καγιεχόν σε θέση οφσάιντ – ένα καθαρό γκολ, κι όλα αυτά συνέβησαν προτού πάρει προβάδισμα. Της Γιουβέντους ο διαιτητής της είπε “όχι” σε ένα οφθαλμοφανέστατο πέναλτι, όταν ένας αμυντικός της Φροζινόνε απέκρουσε σαν τερματοφύλακας τη μπάλα σε ένα γύρισμα του Ντιμπάλα. Και αυτό επίσης συνέβη προτού πετύχει η Γιούβε το πρώτο γκολ.

Σε μια άλλη εποχή του ιταλικού ποδοσφαίρου το timeline μου στο twitter θα είχε γεμίσει με καυστικά σχόλια για τους διαιτητές, ίσως ακόμη και με – παρόμοιες με τις ελληνικές – κραυγές και αφορισμούς για τους διαιτητές, το παρασκήνιο, τα κατεστημένα και τα συμφέροντα. Ηταν χειρότεροι από εμάς οι Ιταλοί, πιθανόν επειδή το δικό τους πρόβλημα με τη διαφθορά στο ποδόσφαιρο ήταν μεγαλύτερο από το σημερινό δικό μας. Χθες όμως δεν συνέβη αυτό. Υπήρξαν μόνο σχόλια σχετικά με το ειδικό βάρος αυτών των λαθών που έκαναν οι διαιτητές, το οποίο θα φαινόταν μόνο αν τελικώς δεν νικούσαν στα ματς η Νάπολι και η Γιουβέντους. Και δεν υπήρξε καμιά συνέχεια μετά την λήξη των ματς. Και καμιά αναφορά στα σημερινά πρωτοσέλιδα των ιταλικών αθλητικών εφημερίδων. Και καμιά κραυγή από παράγοντα της μιας ή της άλλης ομάδας. Καμιάς ομάδας.

Και όχι μόνο. Παραμονές του ντέρμπι – τίτλος, σε μια σημερινή σύσκεψή τους οι διευθυντές των συλλόγων, οι προπονητές και οι διαιτητές επιχείρησαν να βάλουν νέους κανόνες δημόσιας συμπεριφοράς και νέες διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούν στην μεταξύ τους επικοινωνία στο πλαίσιο μιας – ορατής πλέον δια γυμνού οφθαλμού – προσπάθειας ανακαίνισης του ιταλικού πρωταθλήματος. Λίγο μετά από αυτή τη σύσκεψη ο πρόεδρος του συλλόγου των Ιταλών προπονητών Ρέντζο Ουλιβιέρι ανακοίνωσε την απόφαση να μην τοποθετούνται στο εξής δημοσίως οι προπονητές για να σχολιάσουν αποφάσεις διαιτητών για κανένα λόγο.

Στην Ιταλία συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει, δηλαδή εξελίσσεται αυτό που δεν έχει συμβεί και δεν θα συμβεί ποτέ στην Ελλάδα: οι παράγοντες της αγοράς του ιταλικού πρωταθλήματος έφτασαν στην αρχή της λύσης των προβλημάτων που έχουν φέρει το Καμπιονάτο σε τόσο χαμηλότερη θέση σε πραγματική και εμπορική απήχηση ανά τον πλανήτη: αναγνώρισαν το πρόβλημα και την ευθύνη τους σε αυτό. Συνειδητοποίησαν ότι το βρόμισαν οι ίδιοι το ποδόσφαιρό τους. Και επειδή πόνεσαν και πονούν στην τσέπη, αλλά και επειδή κατάλαβαν ότι το ποδόσφαιρο δεν καθαρίζει και δεν ανακαινίζεται/αναβαθμίζεται μόνο με τους πέντε διαιτητές, τη γραμμή του οφσάιντ και την goal line technology, έχουν αρχίσει να το χωνεύουν ότι δεν θα πλησιάσουν στο ελάχιστο τη λάμψη και τη φήμη του γερμανικού, του ισπανικού και του αγγλικού πρωταθλήματος αν προηγουμένως δεν το πάρουν απόφαση να σοβαρευτούν και να αφήσουν το παιχνίδι να αποφασίζει μόνο του τον νικητή δίχως να το διαφθείρουν.

Με όλα αυτά στο κεφάλι μου, και με τις παραπάνω παραστάσεις, συγκεντρώθηκα αργότερα χθες το απόγευμα για να παρακολουθήσω το Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ. Κι άρχισα να βλέπω όσα συνέβαιναν εντός αγωνιστικού αλλά και εντός του ψηφιακού κοινωνικού χώρου. Κι ύστερα είδα τα σημερινά πρωτοσέλιδα των ελληνικών αθλητικών εφημερίδων. Και κουβέντιασα για λίγο με έναν συνάδελφό μου που επιχειρεί να κάνει την ίδια δουλειά με εμένα τα βράδια της Κυριακής, δηλαδή να μιλήσει για ποδόσφαιρο και να αναλύσει ποδόσφαιρο σε μια εκπομπή που πραγματεύεται ελληνικό ποδόσφαιρο.

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να καταγράψω τις σκέψεις που γεννά η σύγκριση των δύο διαφορετικών κόσμων, ούτε να τεκμηριώσω τον ισχυρισμό μου περί της ορθότητας της επιλογής που έχουν κάνει οι Ιταλοί επιχειρηματίες του ποδοσφαίρου να πουλήσουν επιτέλους ένα λίγο πιο καθαρό ή έστω λιγότερο βρώμικο προϊόν. Απλουστεύοντας όμως το ζήτημα μπορώ να υπογραμμίσω κυρίως το εξής: σε έναν κόσμο που οι επιχειρηματίες αποφασίζουν να ξεβρομίσουν τα μαγαζιά και το προϊόν τους όλα τα υπόλοιπα μέλη της αγοράς και της κοινωνίας του ποδοσφαίρου αντιδρούν καλά και προσαρμόζονται με ενθουσιασμό. Σε έναν κόσμο που αρνείται να αλλάξει και να ξεβρομίσει, όλα τα υπόλοιπα μέλη της αγοράς και της κοινωνίας ακολουθούν. Οχι με ενθουσιασμό, αλλά με φανατισμό. Και βαδίζουμε, όλοι μαζί, από το κακό στο χειρότερο.