Η Bundesliga γεννάει πλέον και καλούς προπονητές, η Ελλάδα συνεχίζει να γκουγκλάρει...

Ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει τη δουλειά που δείχνει ο Ραλφ Χάσενχουτλ με τη Λειψία και αναρωτιέται πότε επιτέλους θα ξυπνήσει το ελληνικό ποδόσφαιρο για να δώσει ευκαιρίες στους δικούς του προπονητές.  

Η Bundesliga γεννάει πλέον και καλούς προπονητές, η Ελλάδα συνεχίζει να γκουγκλάρει...

Τα αγγλικά ρεπορτάζ που τον παρουσιάζουν ως έναν εκ των βασικών υποψήφιων για την διαδοχή του Αρσέν Βενγκέρ στην Αρσεναλ είναι το δεύτερο παράσημο που κρεμά στο στήθος του ο Ραλφ Χάσενχουτλ, μετά από το εγκώμιο που του έπλεξε ο Τόμας Τούχελ δηλώνοντας δημοσίως ότι αντιλαμβάνεται την Λειψία ως ικανή να κάνει πρωταθλητισμό μέχρι τέλους στην Bundesliga χάρη στη δουλειά του προπονητή της. Μολονότι τα αντιλαμβάνομαι ως πρόωρα τα εγκώμια και την πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει πρωταθλητισμό μέχρι το τέλος, μαζί και τα ρεπορτάζ που τον παρουσιάζουν ως υποψήφιο για μεγαλύτερους πάγκους, δεν θεωρώ ότι έχει ρίσκο η εκτίμηση ότι στο γερμανικό πρωτάθλημα παρουσιάζεται πλέον ακόμη μία πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση προπονητή. Μετά τον Τούχελ, τον Βάιντσιρλ, τον Νάγκελσμαν, έρχεται ακόμη ένας προπονητής να προστεθεί σε μια λίστα αξιόλογων τεχνικών που “εξηγούν” την αναβάθμιση της Bundesliga. Κι επειδή αυτό που κάνει σήμερα ο Αυστριακός προπονητής έρχεται να προστεθεί στα όσα είχε δείξει με την Ινγκολσταντ, δεν έχει ρίσκο η εκτίμηση ότι ο 49χρονος προπονητής έχει τη βάση για να στηρίξει τις φιλοδοξίες που φανέρωσε από το περασμένο καλοκαίρι, όταν δήλωσε ότι θέλει να διεκδικήσει τίτλους και να φτάσει μέχρι τις τελευταίες πίστες του Champions League. 

Αν δεν έχει δει κάποιος τη Λειψία στην φετινή Bundesliga πιθανόν να την αντιλαμβάνεται ως μια Λέστερ, που εκπλήσσει και εκνευρίζει τους αντιπάλους της με μια απροσπέλαστη άμυνα και τους τιμωρεί στην κόντρα επίθεση με την αποτελεσματικότητά της. Η Λειψία όμως όχι απλώς δεν στηρίζεται στα ίδια όπλα, αλλά της συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η αδυναμία της μέχρι σήμερα εντοπίζεται στην απόδοση της άμυνάς της. Εχει καταφέρει να ζει αήττητη στην Bundesliga και να μετρά 9 νίκες και 3 ισοπαλίες σε 12 ματς με βασικά “μειονεκτήματα” την αδυναμία της να αμυνθεί απέναντι σε μεσοεπιθετικούς και επιθετικούς υψηλής ποιότητας και την αδυναμία της να κάνει εύκολη κατοχή μπάλας στο δικό της μισό του τερέν. 

Τι περίπτωση προπονητή είναι ο Χάσενχουτλ; Ενας “μικρός” Κλοπ, παρόλο που βιολογικά είναι συνομήλικος του σημερινού προπονητή της Λίβερπουλ. Επαγγελματικά είναι νεότερος του Κλοπ, αφενός επειδή μπήκε τρία χρόνια αργότερα στην προπονητική και αφετέρου επειδή πέρασε την πρώτη του 3ετία σε τμήματα υποδομής. Με τη Λειψία παρουσιάζει μια έκδοση που πλησιάζει πολύ στην Ντόρτμουντ του Κλοπ: μια ομάδα, της οποίας η βασική επιδίωξη στο τερέν είναι να κάνει επιθετική, πολύ πιεστική άμυνα με έξι ποδοσφαιριστές στο αντίπαλο μισό, με στόχο να κλέψει τη μπάλα και να εκδηλώσει επίθεση στον ελάχιστο χρόνο. Η Λειψία του έχει αλλάξει τις μισές πάσες από αυτές που έχει αλλάξει η Μπάγερν και έχει πετύχει περισσότερα γκολ, έχοντας δημιουργήσει περίπου αντίστοιχο αριθμό επιθετικών προσπαθειών.

Το παιχνίδι της Λειψίας δεν είναι μονοδιάστατο, δηλαδή δεν κάνει μόνο αυτό. Εχει πλέον αποδείξει την ικανότητα να γεμίζει την αντίπαλη πλευρά του τερέν και να επιτίθεται με ποικιλία, από τον άξονα αλλά και τα άκρα, με τρόπους επαναλαμβανόμενους, που φανερώνουν δουλειά προπονητή. Σε κάθε της παιχνίδι θα δεις τα μπακ να ανεβαίνουν πολύ ψηλά και να γίνονται εξτρέμ, την ώρα που οι κεντρικοί μέσοι οπισθοχωρούν και τους παρέχουν κάλυψη σε αυτό το 4-2-2-2 που προτιμά, θα δεις επιθέσεις που εκδηλώνονται με συνδυαστικό παιχνίδι από τις πτέρυγες, τις οποίες η Λειψία φορτώνει με τρεις ποδοσφαιριστές, θα δεις πολλά σουτ από διαφορετικούς ποδοσφαιριστές, θα δεις μεγάλη ταχύτητα στην ανάπτυξη και πολλά τρεξίματα με ή δίχως τη μπάλα στα πόδια. Ο Χάσενχουτλ έχει παρόμοια αντίληψη με τον Κλοπ σε σχέση με την κατοχή της μπάλας: την επιδιώκει, αλλά χωρίς να αποτελεί τον αυτοσκοπό της στρατηγικής του. Και περισσότερο επιδιώκει την κατοχή της μπάλας στο επιθετικό 1/3 του τερέν. Στα παιχνίδια θα τον δεις να φωνάζει με ενθουσιασμό στους ποδοσφαιριστές του να πιέσουν μέχρις εσχάτων τους αντίπαλους αμυντικούς για να κλέψουν την μπάλα ακόμη και όταν η Λειψία αγωνίζεται εκτός έδρας και προηγείται 2-0, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της περασμένης Παρασκευής στο ματς με την Φράιμπουργκ. Ενας μικρός Κλοπ. Και το παράδοξο στην υπόθεση είναι ότι τουλάχιστον μέχρι πρότινος ο Κλοπ δεν ψηνόταν ότι θα αντέξει η Λειψία και δήλωνε, παραμονές του Ντόρτμουντ - Μπάγερν, ότι ο τίτλος στην Bundesliga θα έχει μόνο αυτούς τους δύο διεκδικητές.

Θα μπορούσα να αναλύσω σε μεγαλύτερο βάθος τον τρόπο της Λειψίας, αλλά θα ξεφύγω από το θέμα: αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο στην υπόθεση της Λειψίας δεν είναι ότι κατάφερε, πληρώνοντας ακριβά, να εκτελέσει επιτυχημένα ένα σχέδιο συγκέντρωσης ορισμένων εκ των καλύτερων +-20αρηδων του ποδοσφαίρου από διάφορα σημεία της γης. Με εκπλήσσει που αυτό το πρότζεκτ το εμπιστεύθηκε σε έναν προπονητή που δεν είχε βαρύ brand name, παρόλο που είχε το πορτοφόλι για να αγοράσει πιο λαμπερό προπονητή. Φυσικά η Λειψία δεν είναι πρωτοπόρος και καινοτόμος σε αυτό το πεδίο στην Bundesliga. Το έκανε δύο φορές η Ντόρτμουντ, το έκανε η Σάλκε, το έκανε η Χόφενχάιμ, το έκανε και η Λειψία. Διότι πλέον στην βιομηχανία του γερμανικού ποδοσφαίρου έχει γίνει κυρίαρχη η αντίληψη ότι είναι ασφαλέστερη και πιο φιλόδοξη η επιλογή της πρόσληψης ενός +- 40αρη προπονητή που έχει δείξει στο ίδιο πρωτάθλημα την ικανότητα να συνδυάζει ποιοτικό ποδόσφαιρο και θετικά αποτελέσματα με ομάδες μικρότερου βεληνεκούς και χαμηλότερου οικονομικού κυβισμού. 

Με όλα αυτά στο μυαλό μου προσπάθησα να θυμηθώ πόσες φορές ένας μεγάλος ελληνικός σύλλογος εμπιστεύθηκε έναν προπονητή του ελληνικού πρωταθλήματος, ο οποίος είχε δείξει καλά αποτελέσματα και καλό ποδόσφαιρο με μικρότερη ομάδα. Θυμήθηκα πόσο παιδεύεται ο Μαρίνος Ουζουνίδης επειδή “δεν γέμισε το μάτι” σε οπαδούς του Ολυμπιακού, ή μπορεί να “μη γεμίσει το μάτι” αύριο σε οπαδούς του Παναθηναϊκού. Θυμήθηκα ότι ο Γιάννης Χριστόπουλος βρήκε πάγκο μακριά από την Ελλάδα αλλά όχι στην Superleague. Θυμήθηκα επίσης πόσο λίγος ήταν ο χρόνος που έδωσε ο ΠΑΟΚ σε όσους προπονητές τέτοιας κατηγορίας εμπιστεύθηκε, όπως τον Μάκη Χάβο και τον Παύλο Δερμιτζάκη. Θυμήθηκα την μικρή υπoμονή της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ στον Γιώργο Δώνη, που είχε και ποδοσφαιρικό brand name. Και στη συνέχεια θυμήθηκα πόσοι ξένοι έχουν περάσει δίχως να ακουμπήσουν όλα αυτά τα χρόνια σε μεγάλες ελληνικές ομάδες. 

Μερικά χρόνια πίσω, δηλαδή μέχρι και πριν από περίπου μια δεκαετία, οι Ελληνες σνομπάραμε το γερμανικό πρωτάθλημα, το οποίο σήμερα κερδίζει, σεζόν τη σεζόν, ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση παγκοσμίως και κοντράρει σε εμπορικότητα το ισπανικό, έχοντας προ πολλού ξεπεράσει το ιταλικό. Μερικά χρόνια πίσω, δηλαδή μέχρι και πριν από περίπου μια δεκαετία, οι Ελληνες ζούσαμε με την ψευδαίσθηση ότι έχουμε καλύτερο εθνικό ποδόσφαιρο από το γερμανικό επειδή η δική μας Εθνική έφτανε μέχρι την κατάκτηση του Euro. Σήμερα, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, με την ποδοσφαιρική Γερμανία μας χωρίζει ένα χάος, διότι οι Γερμανοί βρήκαν τον τρόπο να εκπαιδεύουν και ποδοσφαιριστές αλλά και προπονητές, την ίδια ώρα που εμείς συνεχίζουμε να γκουγκλάρουμε για να βρούμε τους ξένους παιχταράδες που θα τους ψωνίσουμε σε μισή τιμή και θα τους φέρουμε εδώ για να κάνουν παπάδες, και τους ξένους προπονηταράδες, που οι άλλοι δεν τους πήραν χαμπάρι και εμείς τους ψωνίζουμε κοψοχρονιά και θα μας βγουν Μουρίνιο.